Search

της Φλώρας Αλυφαντή

Ψηλά στο βουνό, στέκει περήφανα ένα κάτασπρο εκκλησάκι, ο Προφήτης Ηλίας , που γιορτάζει όμως και της Αναλήψεως. Στεκόταν ολόρθο χρόνια τώρα και κοιτούσε από εκεί τον κόσμο τη φύση και με υπομονή περίμενε πότε κάποιοι άνθρωποι που αγαπούσαν το δικό του το χώρο, θα χαίρονταν μαζί του τη φύση. Κάθονταν στις σκληρές τις πέτρες για να ξεκουραστούν  και συζητούσαν. Αλήθεια  πόση  ομορφιά κρύβει  αυτός ο τόπος; Το εκκλησάκι είχε και μία καμπανούλα που παρακολουθούσε όλα αυτά μα είχε ένα παράπονο. Χτυπούσε μια φορά το χρόνο στη γιορτή της Ανάληψης, γιατί τότε  ερχότανε πολύς  κόσμος.  Χαιρόταν και καμάρωνε. Κάποιες  φορές,  οι  επισκέπτες την χτυπούσαν, έτσι για να δείξουν  ότι έφτασαν εκεί ψηλά και η καμπανούλα μας αφηνόταν χαδιάρικα  στα χέρια τους.  Ήταν δεμένη γερά πάνω στον τοίχο, καμπαναριό δεν είχε να την προφυλάξει, μα δεν την ένοιαζε. Ήταν  ευτυχισμένη, γιατί στεκόταν πιο ψηλά από κάθε τι σε τούτο το νησί και έβλεπε τον κόσμο όλο. Φίλους δεν είχε πολλούς μονάχα  τα σπουργίτια που  έβρισκαν καταφύγιο και ζεστασιά κοντά της.  Αυτοί  ήταν  οι φίλοι της, τα σκίνα, οι πέρδικες, ο κόρακας που στεκόταν δίπλα της  να ξαποστάσει. Όμως αυτά κελαηδούσαν, τα σκίνα και τα βάτα μοσχομύριζαν και οι πέτρες έμεναν στη θέση τους βαριές και ασήκωτες. Μόνη της δεν μπορούσε να κτυπά. Έπρεπε κάποιος να τη βοηθά  για να μπορεί και αυτή  να τραγουδήσει.  Άκουγε όμως τις άλλες καμπάνες του χωριού και  παρηγοριόταν.  Καταλάβαινε πότε είχαν γιορτή, ή λειτουργία, πότε είχαν χαρά ή λύπη στο χωριό, πότε ήταν τα Χριστούγεννα και πότε είχαν Πάσχα. Είχε βέβαια και τα σημάδια της φύσης για τις μεγάλες γιορτές. Χειμώνας τα Χριστούγεννα, Άνοιξη ήταν το Πάσχα. Φέτος όμως ήρθε η Άνοιξη και περίμενε να έρθει  η μεγάλη εβδομάδα  και η Ανάσταση. Περίμενε - περίμενε  δεν άκουγε τις καμπάνες του χωριού.

–-Μήπως κουφάθηκα; Συλλογίστηκε. Μα πως; αφού ακούω τα πουλιά που κελαηδούν. Κάτι συμβαίνει. Ήρθε ο κότσυφας και τραγουδεί, να και τα χελιδόνια, τα βάγια ανθίσανε, τα χαμομήλια, οι παπαρούνες ,  μέχρι και τα βράχια πρασίνισαν φέτος. Θα ρωτήσω τα σπουργίτια. Αυτά τριγυρνούν κάτι θα ξέρουν.  Γιατί  οι πέρδικες  που περπατούν, σπάνια μιλάνε.  Δεν έρχονται και περιπατητές για να αφουγκραστώ. Όμως θα μάθω.  Σαν ήρθε το σούρουπο τα σπουργίτια κουρασμένα ήρθαν να καταλαγιάσουν.

- Για ελάτε εδώ καλοί μου φίλοι τι συμβαίνει; Γιατί έχει τόση ησυχία το χωριό; Το Πάσχα είναι μακριά ακόμη;

-Μην τα ρωτάς φιλενάδα, της αποκρίθηκε το πιο ζωηρό. Έχει πέσει μια αρρώστια στους ανθρώπους και τους έχει πιάσει πανικός. Έχουν κλειστεί όλοι στα σπίτια.

-Και τι θα γίνει, δεν θα γιορταστεί η Λαμπρή;

-Κάτι τέτοιο  ακούγεται. Η καμπανούλα μας,   στενοχωρήθηκε. Της άρεσε να ακούει τα χαρούμενα χτυπήματα από τις καμπάνες των γύρω χωριών να βλέπει τους ανθρώπους από ψηλά, σαν μυρμήγκια να φωτίζουν  το δρόμο με τα κεριά και να  ακούει  τις γλυκές ψαλμωδίες από τα μεγάφωνα.

Φέτος τίποτα; Και ο Χριστός και εκείνος δεν θα λυπηθεί; Αναρωτιέται.

-Τι μέρα έχουμε σήμερα; Ρωτάει η καμπανούλα με σιγανή φωνή.

- Σάββατο. Της απαντούν τα σπουργιτάκια  και είναι αργά σκοτείνιασε και πρέπει   να κουρνιάσουμε.

-Τι λέτε βρε παιδιά. Ποιο Σάββατο  είναι τούτο; Μήπως είναι το Μεγάλο Σάββατο;

- ΝΑΙ της απαντούν όλα μαζί .

- Και δεν  θα γιορτάσουμε την Ανάσταση; Η καμπάνα μας παίρνει ζωή.-

-Τι λέτε αδέλφια μου; Φωνάξτε όλα τα πουλιά και σεις λουλούδια, θάμνοι,  σηκώστε το κεφάλι, μην κοιμηθείτε ακόμα, μείνετε ξάγρυπνα. – Κάποιος καλός άγγελος θα 'ρθεί την κατάλληλη ώρα…

-Μα πώς καλή μου, τη ρωτάει το θυμάρι, αν δεν ακούσουμε καμπάνα να χτυπά; Πως θα καταλάβουμε την Ανάσταση;

-Περιμένετε την ώρα την καλή  και την ευλογημένη.

Η καμπανούλα μας Σκέφτηκε,  ξανασκέφτηκε και φώναξε τον άνεμο.

-Άνεμε φύσα δυνατά βοήθησε με, του φωνάζει,  σε παρακαλώ να δώσω εγώ το πρόσταγμα της Ανάστασης του Χριστού, με τη δική σου τη βοήθεια .

Ο άνεμος άλλο που δεν ήθελε και άρχισε να φυσάει δυνατά.  Η γλώσσα της καμπάνας άρχισε να κουνιέται –πιο δυνατά, πιο δυνατά, πιο δυνατά .  Φώναζαν τώρα  όλα τα πουλιά που μαζευτήκαν . Ξεσηκώθηκε η πλάση όλη.  Η Καμπάνα περήφανη χτυπούσε δυνατά και ο αντίλαλος από τα γύρω βουνά έδινε την εντύπωση ότι χτυπούσαν πολλές καμπάνες μαζί. Τα πουλιά κελαηδούσαν, τα ζώα στα μαντριά βέλαζαν, τα δέντρα με το φύσημα του ανέμου τραγουδούσαν, ως και οι γέρικες ελιές που χρόνια τώρα περίμεναν το πρόσταγμα να πάρουν μέρος σε αυτό το σπουδαίο  γεγονός ξεσηκωθήκανε  και κτυπούσαν τα κλαδιά τους δυνατά, φτεροκοπούσαν. Οι  άγγελοι ήρθαν κοντά και υμνολογούσαν. Μοναδική μελωδία. Σαν να ακούς χιλιάδες βιολιά να παίζουν μαγευτικά.   Τι υπέροχος Ύμνος ! Χριστός Ανέστη εκ νεκρών Θανάτω  θάνατον πατήσας και τοiς  εν τοiς μνήμασι  ζωήν   χαρισάμενος . Η πιο δοξαστική  Λειτουργία που έγινε ποτέ και η πιο Λαμπρή  Ανάσταση. Οι άνθρωποι  ήταν ξάγρυπνοι, την ώρα αυτή του Μεγάλου Σαββάτου κάτι περίμεναν και με αυτό που έγινε πήραν το μήνυμα, βγήκαν στο δρόμο και έψαλλαν το Χριστός Ανέστη. Η Καμπάνα του χωριού άρχισε να χτυπά και αυτή. Όλοι ξεσηκωθήκαν. Το φόβο αφήσαν  μακριά, νοιώσανε την Ανάσταση διπλά. Ναι! Ο Χριστός ανέστη και μαζί Του ολάκερος  ο κόσμος. Μαζί με όλα αυτά βγήκε απ' το απέναντι ένα λειψό ολοκόκκινο  και χαμογελαστό φεγγάρι. Η φύση όλη γιόρταζε την μεγάλη γιορτή, τη γιορτή της αγάπης.

Και 'κεί ψηλά η καμπανούλα που ήταν  γεμάτη από χαρά, κουρασμένη  από την προσπάθεια  ευχαρίστησε τον άνεμο, κοίταξε ψηλά στον Ουρανό: «Χριστός Ανέστη, φώναξε. Χριστέ μου ας νοιώσουνε  οι άνθρωποι χαρά όπως εγώ  και να σε αγαπούν αληθινά. Σε ευχαριστώ, είπε  και  ησύχασε.

Καταλάγιασε και η πλάση,  έμειναν όλα σιωπηλά τα ζώα, οι πέτρες , τα λουλούδια, τα δέντρα, τα πουλιά,  με τη χαρά μες την καρδιά και με χαμόγελο στα χείλη . Έμεινε το φεγγάρι μοναχό κυρίαρχο να φέγγει μαζί με τα αστέρια, το δρόμο που οι μυροφόρες είχαν πάρει, και έτρεχαν να κηρύξουν παντού  την Ανάσταση του Θεανθρώπου.

Αίγινα 15-4-2020


φωτο: Νέλλη Πετροπούλου - Όρος Αίγινας, Ανάληψη

Ημερ. δημοσίευσης: 15-04-2020

Κατηγορία(ες): ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ->ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ

Tags: Φλώρα Αλυφαντή