Αφιέρωμα στον "Μεγάλο Ποιητή των Άκρων" από το Ποιητικό Καφενείο:

Φιγούρα των εφηβικών θρύλων και των υπαρξιακών λυγμών, ο μεγάλος καταραμένος της ελληνικής μελαγχολίας, ο «μείζων ελάσσων» των ποιητών του μεσοπολέμου κατά τον Παλαμά, ο μηδενιστής αυτόχειρας. Ποιος είναι, λοιπόν, ο κύριος Καρυωτάκης και πώς καταφέρνει να είναι πρώτος των πρώτων στις προτιμήσεις της νεολαίας που διαβάζει ποίηση σήμερα;

Αναμφισβήτητα, η τελευταία πράξη του προκάλεσε ένα αυξημένο ενδιαφέρον για το έργο του. Φιλόλογοι, κριτικοί και αναγνώστες ψάχνουν στα κείμενά του απαντήσεις. Η μεγάλη ζήτηση των βιβλίων του μαρτυρά ότι καθαυτή η ποίησή του μιλάει στην καρδιά του σημερινού αναγνώστη. Κι άλλοι ποιητές αυτοκτόνησαν μετά τον Καρυωτάκη, χωρίς όμως να κερδίσουν τη δική του αίγλη.

Πίστευε ότι θα αποκτήσει μετά θάνατον τόση δόξα; Στη Μπαλάντα στους Άδοξους Ποιητές των Αιώνων, δίπλα στους καταραμένους που κέρδισαν τη μεγάλη φήμη μόλις έφυγαν από τον κόσμο, ο ποιητής θέλει να ανεβάσει τους «στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε». Ως τέτοιο, φαίνεται, λογάριαζε τον εαυτό του ή έστω έτσι ήθελε να δηλώνει. Και πάλι σε ένα άλλο ποίημα, την Υστεροφημία, λαθεύει προφητεύοντας: «Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι / δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς / τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη / κι όταν φέρουν το μήνυμα, δεν είναι πια καιρός». Είναι γεγονός ότι όσο ζούσε δεν έτυχε της αναγνώρισης που του έπρεπε. Ήρθε όμως ο καιρός ν’ ακουστεί το τραγούδι του πιο δυνατά. Ένα τραγούδι που άλλοτε αντηχεί σαν θρήνος και άλλοτε σαν διαμαρτυρία, ταιριάζει γάντι όμως σε μια εποχή βαθιάς κρίσης και ανείπωτης δυσφορίας, σαν τη σημερινή.

Γεννήθηκε το 1896, στις 30 Οκτωβρίου. Λόγω της δουλειάς του πατέρα του θα μετακομίσει αρκετές φορές και θα γνωρίσει πολλές πόλεις, μέχρι να εγκατασταθεί για σπουδές στην Αθήνα, τον τόπο που θα νιώσει σαν πατρίδα του. Τον Δεκέμβριο του 1917 παίρνει το πτυχίο της Νομικής. Η Ελλάδα έχει μόλις μπει στον πόλεμο. Ανοίγει δικηγορικό γραφείο, αλλά δεν έχει πελατεία οπότε στρέφεται προς τη δημόσια διοίκηση. Αναπτύσσει συνδικαλιστική δράση, η οποία θα του κοστίσει την τελευταία δυσμενή μετάθεση στην Πρέβεζα. Σιχαίνεται το επάγγελμά του, συγκρούεται με τους προϊσταμένους του, χάνεται σε σκέψεις φυγής, αλλά το μόνο του καταφύγιο είναι η ποίηση.

Είναι μόλις 23 χρονών το 1919 όταν εκδίδεται η πρώτη του συλλογή, Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραγμάτων. Το πρώτο ποίημα έχει τον τίτλο θάνατοι. Ο θάνατος μαζί με μια διαρκής μελαγχολία, σε εαρινούς τόπους. Και επίσης η ειρωνεία προς τις κοσμικές εκδηλώσεις, τα Gala, από το ομότιτλο ποίημα. Ωστόσο υπάρχουν ακόμα χαραμάδες να περάσει μια αχτίδα ελπίδας. Είναι ο δρόμος μιας ελεύθερης σκέψης που «όλο σέρνεται στα γαλανά τα πλάτια». Γράφει έμμετρα, κυρίως χρησιμοποιεί τον ίαμβο, σαν χτυποκάρδι που κάποτε συγκόπτεται. Είναι η κατάληξη της στροφής που σταματάει απότομα το ρυθμό, κόβει τη φράση λες, πριν ολοκληρωθεί. «Τη λέξη τη λυπητερή θα βρω / που ακόμα δεν ειπώθη».

Στην επόμενή του συλλογή, τα Νηπενθή, δεν είναι η λύπη που έχει αποβληθεί. Οι τόνοι της είναι ήπιοι και νοσταλγικοί, σε έναν μακρόσυρτο στεναγμό που δεν οδηγεί με τίποτα στα εύκολα συμπεράσματα του «πεισιθάνατου» και του «μισάνθρωπου». Ο Καρυωτάκης δεν προτρέπει στην αυτοκτονία. Διαμαρτύρεται με τον τρόπο της τέχνης του.

Η σχεδόν μεταφυσική του ειρωνεία, ο φιλοσοφικός μηδενισμός, η σαρκαστική του δεινότητα, ολοκληρώνονται στην Τρίτη και τελευταία του συλλογή, Ελεγεία και Σάτιρες (1927). Εδώ συναντάμε μερικά από τα πιο γνωστά, τα πιο δυνατά του ποιήματα. Η ένταση του στίχου, η ποικιλομορφία του, έχουν φτάσει στο υπέρτατο σημείο. Ο ποιητής θεωρεί ότι δεν έχει τίποτε άλλο να προσθέσει.

Το ποιητικό σύμπαν του Καρυωτάκη το κυβερνάει μια σκιά. Η σκιά του θανάτου, που μεγαλώνει όσο η ζωή και το νόημά της λιγοστεύει. Μια ηχηρή οιμωγή, μια διαμαρτυρία χωρίς εκτόνωση. Ο ποιητής ξέρει ότι υπήρχε κι άλλη ζωή γι’ αυτόν την οποία δεν έζησε. Βάζει όμως το δικό του φακό πάνω στην πραγματικότητα και πίσω από αυτό το φακό υπάρχει ένας ρημαγμένος άνθρωπος. «Ήμουν άρρωστος» έγραψε στην τελευταία του επιστολή. Είτε εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες, όπως εικάζεται, είτε εξαντλημένος στο νηπενθές φάρμακο της ποίησης, βαριά θλιμμένος, άφησε πίσω του γενναία κληρονομιά και οι πρώτοι που την αγκάλιασαν ήταν οι νεότεροι ποιητές της εποχής του.

Είναι επόμενο ν’ αγαπηθεί και σήμερα, όχι από κάποιες «λέσχες» περίλυπων και αποστασιοποιημένων από την κυρίαρχη κίνηση ιδεών και πολιτισμού. Το ίδιο αντιφατικό πλήθος που παρασύρθηκε στη γιορτή της Ολυμπιάδας και των γηπέδων, που συρρέει στα φεστιβάλ και τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις των μεγαλόσχημων, που αγκαλιάζει τις ανεξάρτητες πρωτοβουλίες διαφόρων ερασιτεχνικών ομάδων, βιώνει τη δική του διαρκή «ερημία».

Όχι μόνο γιατί η τέχνη στις μέρες μας δεν προσφέρει ένα ανθεκτικό παυσίλυπο στις αρρώστιες της εποχής, αλλά γιατί λείπει σήμερα, πιο πολύ από ποτέ, ένα μεγάλο ιδανικό, για το οποίο ν’ αξίζει να ζει ή να πεθαίνει κανείς. Και όσο θα διαρκεί αυτή η διαπίστωση, η προφητεία στο τελευταίο σημείωμα του αυτόχειρα για όσους, όπως εκείνος, θεωρούν την ύπαρξή τους ένα παιχνίδι χωρίς ουσία, «τους βλέπω να έρχονται ολοένα περσότεροι μαζί με τους αιώνες», ηχεί τραγικά επίκαιρη.



Μυγδαλιά


Έχει στον κήπο μου μια αμυγδαλιά φυτρώσει
κι ειν’έτσι τρυφερή που μόλις ανασαίνει.
Μα η κάθε μέρα, η κάθε αυγή τηνε μαραίνει
και τη χαρά του ανθού της δε θα μου δώσει.

Κι αλίμονό μου, εγώ της έχω αγάπη τόση! ...
Κάθε πρωί κοντά της πάω και γονατίζω
και με νερό και με δάκρυα την ποτίζω
τη μυγδαλιά πού `χει στον κήπο μου φυτρώσει.

Αχ, της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει.
Όσα δεν έχουν πέσει θα της πέσουν φύλλα,
και τα κλαράκια της θε ν’απομείνουν ξύλα.
Την άνοιξη του ανθού της δε θα μου δώσει.

Κι όμως εγώ ο φτωχός της είχ’αγάπη τόση!...

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα


Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ’ ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα `λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.




"Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε".

Ημερ. δημοσίευσης: 11-10-2018

Κατηγορία(ες): ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ->ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ

Tags: Κώστας Καρυωτάκης