Τα λόγια είναι πάντα φτωχά για να αποτυπώσουν όσα εννοούσαν άνθρωποι που αγάπησαν τον λόγο. Γεννήθηκε στην Κρήτη και έμελλε να γίνει ο Ελύτης της Ελλάδας. Ο ποιητής του Αιγαίου, του έρωτα, του αβίαστου λυρισμού αλλά και του υπερρεαλισμού. Ο Έλληνας νομπελίστας. Η ζωή του ήταν σαν ένα μεγάλο ταξίδι μέσα από την γνώση, τους τόπους και τους ανθρώπους με τους οποίους μοιράστηκε τις σκέψεις του. Μας άφησε παρακαταθήκη, μιας και εμπλούτισε την γλώσσα μας με δεκάδες λέξεις και υπερασπίστηκε την πνευματική μας κληρονομιά όσο λίγοι σύγχρονοί του.


Ο ποιητής του Αιγαίου

  Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του καταγόταν από το συνοικισμό Καλαμιάρης της Παναγιούδας Λέσβου και είχε εγκατασταθεί στην πόλη του Ηρακλείου από το 1895, όταν σε συνεργασία με τον αδελφό του ίδρυσε ένα εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας. Το παλαιότερο όνομα της οικογένειας Αλεπουδέλη ήταν Λεμονός, το οποίο αργότερα μετασχηματίστηκε σε Αλεπός. Η μητέρα του καταγόταν από τον Παππάδο της Λέσβου.
  Το 1914, ο πατέρας του μετέφερε τα εργοστάσιά του στον Πειραιά και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ο Οδυσσέας Ελύτης εγγράφηκε το 1917 στο ιδιωτικό σχολείο Δ.Ν. Μακρή, όπου φοίτησε για επτά χρόνια, έχοντας μεταξύ άλλων δασκάλους του τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Ι.Θ.Κακριδή. Τα πρώτα καλοκαίρια της ζωής του πέρασαν στην Κρήτη, στη Λέσβο και στις Σπέτσες. Το Νοέμβριο του 1920, μετά την πτώση του Βενιζέλου, η οικογένειά του αντιμετώπισε διώξεις, με αποκορύφωμα τη σύλληψη του πατέρα του, εξαιτίας της προσήλωσής του στις Βενιζελικές ιδέες. Ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε στενές σχέσεις με την οικογένεια και είχε φιλοξενηθεί συχνά στην οικία της στο κτήμα του Ακλειδιού. Το 1923 ταξίδεψε οικογενειακώς στην Ευρώπη, επισκεπτόμενος την Ιταλία, την Ελβετία, τη Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία. Στη Λωζάνη  ο ποιητής είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Το φθινόπωρο του 1924 άρχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό «Η διάπλασις των παίδων» χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα. Όπως ο ίδιος ομολογεί πρωτογνώρισε τη νεοελληνική λογοτεχνία, αυτός ο θρεμμένος με παγκόσμια έργα του πνεύματος , που ξόδευε όλα του τα χρήματα αγοράζοντας βιβλία και περιοδικά. Εκτός από την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, ασχολήθηκε ενεργά με ορειβατικές εκδρομές στα βουνά της Αττικής και αντιδρώντας στη διάθεσή του για διάβασμα στράφηκε στον αθλητισμό.

Το καλοκαίρι του 1928 πήρε το απολυτήριο του γυμνασίου και μετά από πιέσεις των γονιών του, αποφάσισε να σπουδάσει χημικός, ξεκινώντας ειδικά φροντιστήρια για τις εισαγωγικές εξετάσεις του επόμενου έτους. Την ίδια περίοδο ήρθε σε επαφή με το έργο του Καβάφη και του Κάλβου ανανεώνοντας τη γνωριμία του με τη θελκτική αρχαία λυρική ποίηση. Παράλληλα, ανακάλυψε το έργο του Πωλ Ελυάρ και των Γάλλων υπερρεαλιστών, που επέδρασαν σημαντικά στις ιδέες του για τη λογοτεχνία, σύμφωνα με τον ίδιο: «? μ? ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τις δυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησής της, η λυρική ποίηση».

Κάτω από την επίδραση της λογοτεχνικής του στροφής, παραιτήθηκε από την πρόθεση να ασχοληθεί με τη χημεία και το 1930 εγγράφηκε στη Νομική σχολή της Αθήνας. Όταν το 1933 ιδρύθηκε η ΙΔΕΟΚΡΑΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΟΜΑΔΑ στο πανεπιστήμιο, με τη συμμετοχή των Κ. Τσάτσου, Π. Κανελλόπουλου, Ι. Θεοδωρακόπουλου και του Ι. Συκουτρή, ο Ελύτης ήταν από τους εκπροσώπους των φοιτητών, συμμετέχοντας στα «Συμπόσια του Σαββάτου» που διοργανώνονταν. Την ίδια εποχή μελέτησε τη σύγχρονη ελληνική ποίηση του Καίσαρος Εμμανουήλ, τη συλλογή «Στου γλιτωμού το χάζι» του Θεόδωρου Ντόρου, τη «Στροφή» (1931) του Γ. Σεφέρη και τα ποιήματα (1933) του Νικήτα Ράντου.
Με ενθουσιασμό , συνέχισε παράλληλα τις περιπλανήσεις του στην Ελλάδα, τις οποίες περιγράφει ο ίδιος : «? Πιονέροι αληθινοί, μέρες και μέρες προχωρούσαμε νηστικοί και αξύριστοι, πιασμένοι από το αμάξωμα μιας ετοιμοθάνατης Σεβρολέτ, ανεβοκατεβαίνοντας αμμόλοφους, διασχίζοντας λιμνοθάλασσες, μέσα σε σύννεφα σκόνης ή κάτω από ανελέητες νεροποντές, καβαλικεύαμε ολοένα όλα τα εμπόδια και τρώγαμε τα χιλιόμετρα με μιαν αχορταγιά που μονάχα τα είκοσί μας χρόνια και η αγάπη μας για τη μικρή γη που ανακαλύπταμε, μπορούσαν να δικαιολογήσουν».



Το 1935 στάθηκε μια ιδιαίτερη χρονιά στην πνευματική πορεία του. Τον Ιανουάριο κυκλοφόρησε το περιοδικό «ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ». Το Φεβρουάριο γνώρισε τον Ανδρέα Εμπειρίκο με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία για περισσότερο από 25 χρόνια. Το Μάρτιο της ίδιας χρονιάς , εκτός από το Μυθιστόρημα του Σεφέρη , κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Υψικάμινος του Εμπειρίκου με ποίηση ορθόδοξα υπερρεαλιστική. Ο Ελύτης, δέκα χρόνια νεότερος , είδε να ανοίγεται μπροστά του διάπλατη μια πόρτα σε μια νέα ποιητική πραγματικότητα, όπου μπορούσε μα τα δικά του εφόδια να θεμελιώσει το ποιητικό του οικοδόμημα.
Το Πάσχα οι δύο φίλοι επισκέφτηκαν τη Λέσβο, όπου με τη συμπαράσταση των Μυτιληνιών ζωγράφων Ορέστη Κανέλλη και Τάκη Ελευθεριάδη ήρθαν σε επαφή με την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, που είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν.


Η δημοσίευση των πρώτων ποιημάτων του στα ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ έγινε το Νοέμβριο του 1935, στο 11ο Τεύχος του περιοδικού.

Το 1936, στην «Α΄ διεθνή Υπερρεαλιστική έκθεση των Αθηνών», ο Ελύτης παρουσίασε ζωγραφικούς πίνακες με την τεχνική της χαρτοκολλητικής. Εκείνη τη χρονιά, η ομάδα των νέων λογοτεχνών ήταν πιο στέρεη και μεγαλύτερη. Ο Ελύτης γνωρίστηκε επίσης με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, που μερικά χρόνια αργότερα τύπωσε την υπερρεαλιστική «Αμοργό». Το 1937 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στην Κέρκυρα, αλληλογραφώντας παράλληλα με το Νίκο Γκάτσο και το Γιώργο Σεφέρη που βρίσκονταν στην Κορυτσά. Λίγο μετά την απόλυσή του, τον επόμενο χρόνο, ο Μήτσος Παπανικολάου δημοσίευσε το άρθρο «Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης» στα ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, το οποίο συνέβαλε στην καθιέρωσή του.
  Το 1939 εγκατέλειψε οριστικά τις νομικές σπουδές και μετά από αρκετές δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά, τυπώθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο: «Προσανατολισμοί». Τον επόμενο χρόνο, μεταφράστηκαν για πρώτη φορά ποιήματά του σε ξένη γλώσσα, όταν ο Samuel Baud Bovy δημοσίευσε ένα άρθρο για την ελληνική ποίηση στο ελβετικό περιοδικό Formes et Couleurs.



Με την έναρξη του πολέμου ο Ελύτης κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α΄Σώματος Στρατού. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός και στις 26 Φεβρουαρίου του επόμενου έτους μεταφέρθηκε με σοβαρό κρούσμα κοιλιακού τύφου στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων.


Στη διάρκεια της κατοχής υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά», που ιδρύθηκε στις 30 Μαΐου 1943. Εκεί, την άνοιξη του 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου».
  Το 1943 εκδόθηκε η συλλογή του «Ο ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα», ενώ το 1945 εκδόθηκε το έργο του «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». Το 1948 ταξίδεψε στην Ελβετία, για να εγκατασταθεί στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στη Σορβόνη. Το καλοκαίρι του 1950 ταξίδεψε στην Ισπανία ενώ κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Λονδίνο , από τα τέλη του 1950 μέχρι το Μάίο 1951 συνεργάστηκε με το BBC.



Το 1958, μετά από μια δεκαπενταετή περίπου περίοδο ποιητικής σιωπής, δημοσιεύτηκαν αποσπάσματα από το «Άξιον Εστί», στην Επιθεώρηση Τέχνης. Το έργο εκδόθηκε το Μάρτιο του 1960 από τις εκδόσεις Ίκαρος, αν και φέρεται τυπωμένο το Δεκέμβριο του 1959. Λίγους μήνες αργότερα απέσπασε για το Άξιον Εστί το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Την ίδια περίοδο εκδόθηκαν και οι «Έξι και Μία τύψεις για τον Ουρανό». Το 1961 με κυβερνητική πρόσκληση επισκέφθηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες από τα τέλη Μαρτίου έως τις αρχές Ιουνίου. Τον επόμενο χρόνο μετά από ένα ταξίδι στη Ρώμη επισκέπτεται τη Σοβιετική Ένωση, προσκεκλημένος μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο και τον Γιώργο Θεοτοκά. Το δρομολόγιο που ακολούθησαν περιλάμβανε την Οδησσό, τη Μόσχα, όπου έδωσε μία συνέντευξη, και το Λένινγκραντ.

Το 1964 ξεκίνησε η ηχογράφηση του μελοποιημένου Άξιον Εστί από το Μίκη Θεοδωράκη ενώ η συνεργασία του Ελύτη με τον συνθέτη είχε ξεκινήσει ήδη από το 1961. Το ορατόριο του Θεοδωράκη εντάχθηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών και επρόκειτο αρχικά να παρουσιαστεί στο Ηρώδειο, ωστόσο το υπουργείο Προεδρίας αρνήθηκε να το παραχωρήσει με αποτέλεσμα ο Ελύτης και ο Θεοδωράκης να αποσύρουν το έργο, το οποίο παρουσιάστηκε τελικά στις 19 Οκτωβρίου στο κινηματοθέατρο Rex.
Στις 3 Μαΐου του 1969 εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου ξεκίνησε τη συγγραφή της συλλογής «Φωτόδεντρο». Λίγους μήνες αργότερα επισκέφθηκε για ένα διάστημα την Κύπρο, ενώ το 1971 επέστρεψε στην Ελλάδα και τον επόμενο χρόνο αρνήθηκε να παραλάβει το «Μεγάλο βραβείο Λογοτεχνίας», που είχε θεσπίσει η δικτατορία. Μετά την πτώση της δικτατορίας διορίστηκε πρόεδρος του Διοικητικού συμβουλίου της ΕΙΡΤ και μέλος για δεύτερη φορά του διοικητικού συμβουλίου του εθνικού θεάτρου ( 1974-1977). Παρά την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να συμπεριληφθεί στους καταλόγους των βουλευτών επικρατείας, ο Ελύτης αρνήθηκε, παραμένοντας πιστός στην αρχή του να μην αναμιγνύεται ενεργά στην πολιτική πρακτική. Το 1977 αρνήθηκε επίσης την αναγόρευσή του ως ακαδημαϊκό. Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε το πολύπλευρο πνευματικό του έργο. Το 1978 αναγορεύτηκε  επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ενώ το 1979 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.


Ο Ελύτης παρέστη στην καθιερωμένη τελετή απονομής στις 10 Δεκεμβρίου του 1979, παραλαμβάνοντας το βραβείο από το βασιλιά Κάρολο Γουστάβο και γνωρίζοντας παγκόσμια δημοσιότητα. Τον επόμενο χρόνο κατέθεσε το χρυσό μετάλλιο και τα διπλώματα του Βραβείου στο μουσείο Μπενάκη. Την απονομή του Νόμπελ, ακολούθησαν τιμητικές διακρίσεις εντός και εκτός Ελλάδας, μεταξύ αυτών και η απονομή φόρου τιμής σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, η αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, η ίδρυση έδρας νεοελληνικών σπουδών με τίτλο «Έδρα Ελύτη» , στο πανεπιστήμιο Rutgers του Νιου Τζέρσεϋ κ.λ.π.

  Για πολλά χρόνια σύντροφος της ζωής του υπήρξε η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου.
Πέθανε στο σπίτι του την Δευτέρα 18 Μαρτίου 1996, από ανακοπή καρδιάς στην Αθήνα. Μέχρι το τέλος δεν έπαψε να γράφει και να προσφέρει στον χώρο των γραμμάτων έργο υψηλού πνευματικού επιπέδου.

                                            

 Το έργο του Οδυσσέα Ελύτη

Ποιήματα

«Προσανατολισμοί», (1940) 

«Ηλιος ο πρώτος, παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα», (1943) 

«Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», (1946) 

«Το Άξιον Εστί», (1959) 

«Έξη και μια τύψεις για τον ουρανό», (1960) 

«Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά», (1971) 

«Ο ήλιος ο ηλιάτορας», (1971) 

«Το Μονόγραμμα», (1972) 

«Τα Ρω του Έρωτα», (1973) 

«Τα Ετεροθαλή», (1974) 

«Σηματολόγιον», (1977) 

«Μαρία Νεφέλη», (1978) 

«Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας», (1982) 

«Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», (1984) 

«Ο Μικρός Ναυτίλος», (1988) 

«Τα Ελεγεία της Οξώπετρας», (1991) 

«Δυτικά της λύπης», (1995) 

«Εκ του πλησίον» 

«Η ποδηλάτισσα» 

«Ήλιος ο πρώτος», (1943)

Πεζά, δοκίμια

«Η Αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου», (1942) 

«2χ7 ε» (συλλογή μικρών δοκιμίων) 

«Ο ζωγράφος Θεόφιλος», (1973) 

«Ανοιχτά χαρτιά» (συλλογή κειμένων), (1973) 

«Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο», (1977) 

«Η μαγεία του Παπαδιαμάντη», (1975) 

«Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά», (1990) 

«Ιδιωτική Οδός», (1990) 

«Εν λευκώ» (συλλογή κειμένων), (1992) 

«Ο κήπος με τις αυταπάτες», (1995)

Μεταφράσεις

«Δεύτερη γραφή» 

«Σαπφώ» 

«Η αποκάλυψη», (1985)




πηγή: rip-people.blogspot.com

Ημερ. δημοσίευσης: 31-10-2018

Κατηγορία(ες): ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ->ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ

Tags: Οδυσσέας Ελύτης