Ή σαν φλαμένκο. Ζωές παράφορες σαν πινελιές του Γκωγκέν, κι ελεύθερες σαν το σάλτο ενός δελφινιού. Χύμα στους δρόμους και τα πεζοδρόμια. Ή στεγασμένες σε σπίτια ιδιαίτερα όσο τα αφεντικά τους. Πρόσωπα δρώντα και πάσχοντα. Με το δικό του χρώμα και τη δική του μυρωδιά το καθένα. Τους λατρεύω, όλους. Είναι οι πόρτες μου και το κλειδί μαζί, οι αόρατές μου άκρες, οι εφεδρείες μου απέναντι στην αποξένωση από έναν πλούτο που ποτέ, κανένα παραμύθι δε θα χωρέσει.

Ξεκινάω από την Αίγινα, τον τόπο που ζω εδώ κι 22 χρόνια. Η Αίγινα, λοιπόν, έχει ένα εντελώς ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: από τα αρχαία χρόνια, μετά την εποχή της άνθισης και της κατοπινής ήττας της από την Αθήνα, έγινε τόπος εκτοπισμού όχι κακούργων ή προδοτών, αλλά «ιδιόρρυθμων», όπως ο Αριστείδης ο Δίκαιος. Σήμερα φαίνεται ότι οι ιδιόρρυθμοι εκτοπίζονται εδώ από μόνοι τους. Ζωγράφοι, γλύπτες, σκηνοθέτες, μουσικοί και ηθοποιοί, κεραμίστες, ποιητές, φιλόσοφοι και λογοτέχνες, ναυπηγοί, ή απλά αραχτοί, πάσης φύσης χαβαλέδες, ταξιδιώτες των καιρών με μια στιγμή μόνο παρόν, αναχωρητές και μαζί λάτρεις του εγκόσμιου βίου, ένα ενεργειακό πεδίο πέρα από κάθε σύμβαση και λογική. Κι από κοντά οι ντόπιοι, κάτι θεριά με διαδρομές ασύλληπτες, όσο και διαφορετικές μεταξύ τους, η Νεκταρία στα καΐκια με τα φρούτα, ο Τσιμπούκας, η κυρά Φλώρα, ο Κώστας ο Μοίρας, όπου και να γυρίσεις – μια χοάνη χωρίς τέλος.

Το τοπίο: περιβόλια, γλέντια στο λιοτρίβι για την αρχή της χρονιάς, φίλοι που βγαίνουν για χταπόδι και σου το φέρνουν πεσκέσι, κοτέτσια, και δίφορες λεμονιές. Κι η Αφαία, ο Ελαιώνας, τα μονοπάτια, ο Άη Νικόλας στο λιμάνι, τα απίστευτα χρώματα του ουρανού.

Καμιά φορά, κάθομαι στο καφενείο κι όπως ακούω αυτά που λέγονται γύρω μου, όπως βλέπω αυτά που γίνονται, νιώθω να λούζομαι σε καθαρό φως. Σαν τότε που είπε η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, πίνοντας την αιώνια μπίρα της, «Η πιο μεγάλη Θεά είναι η Φύση, και η Φυσικότητα η μεγαλύτερη αρετή.» Όπου αλλάζει η ζωή, μεταμορφώνονται τα πάντα, και το μεσημεριανό τσιπουράκι ακόμα, και λες μακάρι να ζήσω χίλια χρόνια και να μαθαίνω, Ήλιε μου, αλλά κι αύριο αν πεθάνω, να μου φροντίζεις τα όμορφα.

 8 Νοεμβρίου 2013

Βικτώρια Τράπαλη  
φωτο: Νέλλη Πετροπούλου