ένα αφιέρωμα της Ζέττας Ζάχου
από το
skaipatras.gr

Κείνος που στ’ αληθινά αγαπά το Λαό δε γίνεται ποτέ αρχηγός του, γίνεται υπηρέτης του.
Μ.Λ.

Πολυγραφότατος και πολυδιαβασμένος λογοτέχνης, ο επονομαζόμενος και Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας.

Η «πένα» του έχει αμεσότητα, λυρισμό, δύναμη και ρεαλισμό. Έργα του, όπως τα μυθιστορήματα «Συννεφιάζει», «Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος» και το μπεστ-σέλερ «Ένα παιδί μετράει τ' άστρα» διαβάστηκαν πολύ από τη νεολαία τις δεκαετίες του '50, του '60 και
του '70.
Γεννήθηκε το 1906 ή κατ' άλλους το 1912 στο χωριό Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας και το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Μπαλάσογλου ή Βαλασιάδης. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή, η οικογένειά του περιπλανήθηκε αρκετά, μέχρι να εγκατασταθεί το 1923 στο χωριό Εξαπλάτανος της Έδεσσας.

Η οικογένειά του ήταν εύπορη, αλλά έχασε τα πάντα στον Μεγάλο Ξεριζωμό. Έτσι, ο νεαρός Δημήτρης αναγκάστηκε από τα νεανικά του χρόνια να εργαστεί σκληρά ως λαντζέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος και επιστάτης στα έργα του Γαλλικού Ποταμού (Λουδίας). Από τον ποταμό Λουδία εμπνεύστηκε το φιλολογικό του ψευδώνυμο Λουντέμης. Η στράτευσή του στην Αριστερά και η πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ του στοίχισε την αποβολή του απ' όλα τα γυμνάσια της χώρας.
Στα ελληνικά γράμματα εμφανίσθηκε πολύ νωρίς, το 1927, με δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε εφημερίδες της Έδεσσας. Το 1930 ποιήματα και διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Εστία», ενώ το 1934 υπογράφει για πρώτη φορά ως Μενέλαος Λουντέμης στο διήγημά του «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια».

Έπειτα από μια οδύσσεια μετακινήσεων, ο Λουντέμης θα έλθει στην Αθήνα και θα γνωριστεί με αριστερούς διανοούμενους, οι οποίοι σύχναζαν στη λέσχη «αν Σουσί» της οδού Πατησίων. Καθοριστική ήταν η γνωριμία του με τους διακεκριμένους ομοτέχνους του Κώστα Βάρναλη, Άγγελο Σικελιανό και Μιλτιάδη Μαλακάση. Ο τελευταίος θα τον βοηθήσει να βρει δουλειά ως βιβλιοθηκάριος στην «Αθηναϊκή Λέσχη» και να ανασάνει οικονομικά.

Την ίδια εποχή αναπτύσσει στενή φιλία με τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Δημήτρη Βέη, ο οποίος θα τον δεχθεί ως ακροατή στις παραδόσεις του, αφού ο Λουντέμης δεν μπορούσε να εγγραφεί στη Φιλοσοφική, καθώς δεν είχε τελειώσει το γυμνάσιο, λόγω των πολιτικών του περιπετειών και της οικονομικής του ανέχειας. Το 1938 ήταν ήδη φτασμένος συγγραφέας και τιμήθηκε με το Μέγα Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας για τη συλλογή διηγημάτων του «Τα πλοία δεν άραξαν».

Στην κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Κατά τον εμφύλιο συλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα, δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο, ποινή που δεν εκτελέστηκε ποτέ. Αντ' αυτού, εξορίζεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη, μαζί με το Θεοδωράκη και τον Ρίτσο.
Το 1956 τον μετέφεραν στην Αθήνα από τον τόπο εξορίας του για να δικαστεί, επειδή, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στο βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» αναφέρονται «….προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας….». Στη δίκη που έγινε με τον εμφυλιοπολεμικό νόμο 509/47, οι μάρτυρες υποστήριξαν ότι το βιβλίο του «προπαγανδίζει τας πολιτικάς του ιδέας, θίγει την έννοια του κράτους, κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στη Δικαιοσύνη, καλλιεργεί το μίσος».

Επιφανείς πνευματικές προσωπικότητες έσπευσαν να τον υπερασπιστούν (Άγις Θέρος, Γιώργος Θεοτοκάς, Κώστας Βάρναλης, Στράτης Δούκας, Ασημάκης Πανσέληνος, Κώστας Κοτζιάς), υποστηρίζοντας ότι το βιβλίο του «είναι ένα εξαιρετικό έργο, γεμάτο αγάπη για τον άνθρωπο και πίστη στην πορεία του προς το μέλλον». Απολογούμενος, ο Λουντέμης δέχτηκε παρέμβαση του προέδρου, ο οποίος του είπε πως «αν πράγματι νιώθεις στοργή για το παιδί και τη γυναίκα σου, θα 'πρεπε να 'χεις κάνει δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ». Και η απάντηση του Λουντέμη: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάνω πάλι τέσσερα εγώ».

Μετά τη δίκη και την απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του, το κλίμα είναι βαρύ για τον Λουντέμη. Εκπατρίζεται στο Βουκουρέστι και χάνει την ελληνική ιθαγένεια από τη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Στη Ρουμανία συνεχίζει το συγγραφικό του έργο, αλλά νοσταλγεί πάντα την πατρίδα, «ένα ελληνικό καφεδάκι...μιά ρετσίαν..», έγραφε σ' ένα φίλο του. Μετά την μεταπολίτευση ανακτά την ελληνική ιθαγένεια και επιστρέφει στην Ελλάδα το 1976. Δεν πρόλαβε να χαρεί για την επάνοδό του και στις 22 Ιανουαρίου 1977 πεθαίνει από καρδιακή προσβολή και ενταφιάζεται στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.

Ο Μενέλαος Λουντέμης ανήκει στους έλληνες λογοτέχνες του μεσοπολέμου που στράφηκαν προς τον κοινωνικό ρεαλισμό. Η ιδιοτυπία του έργου του έγκειται στον «ερασιτεχνικό» τρόπο γραφής, τον οποίο υπηρέτησε εν πλήρει συνειδήσει, καθώς ο ίδιος υποστήριζε πως δε τον ενδιαφέρει η Τέχνη, αλλά η καταγραφή της πραγματικότητας και η κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Το έργο του εντάσσεται στο ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (Κνουτ Χάμσουν, Μαξίμ Γκόργκι, Παναΐτ Ιστράτι κ.ά.): ρεαλιστική απεικόνιση τοπίων και προσώπων με έντονη αισθηματολογία, που αγγίζει κάποτε το μελοδραματισμό, βιωματική γραφή, ηθογραφικά και συμβολικά στοιχεία.

Στη λογοτεχνία του Λουντέμη δεσπόζει η τάση του να στρέφεται εξ' ολοκλήρου γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο - αφηγητή, που ανήκει στους περιθωριακούς τύπους των καταπιεσμένων κοινωνικά στρωμάτων και το οποίο μας δίνει την προσωπική του οπτική της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου του έρωτα και της δυστυχίας του κόσμου. Μέρος της κριτικής (Ζήρας) του καταλογίζει τεχνικές και εκφραστικές ατέλειες, στρατευμένο ύφος που αποβαίνει σε βάρος της οικονομίας της, αφήγησης, αλλά αναγνωρίζει τον λυρικό του οίστρο. Κάποιοι άλλοι θεωρούν το έργο του απολύτως ξεπερασμένο σήμερα, καθώς αναφέρεται σ' ένα κόσμο που δεν υπάρχει πια.
Ποιήματα του Λουντέμη μελοποίησαν οι αδερφοί Κατσιμίχα («Ερωτικό Κάλεσμα») και ο συνθέτης Σπύρος Σαμοίλης («Οι κερασιές θ' ανθίσουνε και φέτος») με ερμηνευτή τον Αντώνη Καλογιάννη.

για να τον προσεγγίσουμε λίγο περισσότερο...
Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο.
Το 1956 κι αφού ήδη έχει περάσει 8 χρόνια στην εξορία, μεταφέρεται στην Αθήνα για να δικαστεί -με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας- για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» και συγκεκριμένα για το διήγημα «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό».
Αφού διαβάστηκε το κατηγορητήριο ερωτώμενος από τον πρόεδρο περί της ενοχής του απαντά: «Ναι, είμαι ένοχος. Όχι όμως γι’ αυτά που έγραψα, αλλά γι’ αυτά που δεν έγραψα και ακριβώς γιατί δεν τα έγραψα. Κατηγορούμαι ότι έγραψα για τους απλούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς. Μα για ποιους έπρεπε να γράψω; Εγώ αυτούς γνώρισα, αυτούς αγάπησα, μαζί τους μοιράστηκα και τις χαρές και τις πίκρες μου. Δίπλα τους γεύτηκα κι εγώ την πίκρα της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας και ήταν οι μόνοι που μου συμπαραστάθηκαν. Γι’ αυτό και αισθάνομαι φταίχτης που δεν έγραψα όσα έπρεπε να γράψω γι’ αυτούς».
Στη συνέχεια καταθέτουν μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης. Ανάμεσά τους ο Κώστας Βάρναλης την κατάθεση του οποίου αξίζει να διαβάσει κανείς (στο βιβλίο «Η δίκη του Μενέλαου Λουντέμη», εκδόσεις ΟΛΥΜΠΙΑ – Στρουμπούκης που φοβάμαι όμως ότι είναι εξαντλημένο).
Τέλος ο Λουντέμης καλείται να απολογηθεί και κάνει μια αναδρομή στη ζωή του και περιγράφει μαζί με το δράμα το δικό του το δράμα ενός ολόκληρου λαού. Όταν φτάνει να περιγράψει το δράμα του παιδιού του όταν ο ίδιος βρισκόταν στη Μακρόνησο ο πρόεδρος παρατηρεί: «Απορώ … πώς δεν υπογράψατε μια δήλωση για να σώσετε από τη δοκιμασία εσάς και το παιδί σας…».
Και ο Λουντέμης απαντά: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάμω πάλι τέσσερα εγώ!»
αντιγραφή από το http://orgilaou.blogspot.com/2007/01/blog-post_4214.html

Σαν συγγραφέας έχω σκοτώσει καμιά τριανταριά…
Ο Δήμος Ρεντής (συγγραφέας αναγνωρισμένος, που μεγάλωσε κι αναδείχτηκε στο Βουκουρέστι, πολιτικός πρόσφυγας), βρίσκεται με το ζεύγος Ρίτας και Νίκου Παπά στο Βουκουρέστι, καλοκαίρι του 1965, και μέσα στο αυτοκίνητο του Λουντέμη, που το οδηγεί με περισσή δεξιοτεχνία. “Καθώς καταλαβαίνω, λέει σε μια στιγμή ο Ρεντής στο Λουντέμη, είσαι αξιολογότερος σωφέρ από συγγραφέας…”. “Το παραδέχομαι, απαντάει ο Λουντέμης. Σαν οδηγός δεν έχω σκοτώσει κανέναν ως την ώρα, μα σαν συγγραφέας έχω σκοτώσει καμιά τριανταριά…”.¹
από αφήγηση Νίκου Παπά
ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ “ΥΠΟ ΕΧΕΜΥΘΕΙΑΝ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
¹ Κατά τραγική ειρωνεία, ο Λουντέμης έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε την ώρα που οδηγούσε.

Ελεύθερος να γυρίση ο Λουντέμης
Ελεύθερος να γυρίση στην Ελλάδα, αφού εφωδιασθή με το τυπικό ταξιδιωτικό έγγραφο από την ελληνική πρεσβεία και χωρίς άλλη διαδικασία, είναι ο Μενέλαος Λουντέμης.
Η πληροφορία δημοσιεύεται σε πρωινή εφημερίδα. Σύμφωνα μ’ αυτή αρμόδιος παράγοντας του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως δήλωσε, ότι πρόσφατη αίτηση του κ. Λουντέμη για τον επαναπατρισμό του, δεν υπάρχει. Εάν είχε υποβληθή θα επιτρεπόταν ο επαναπατρισμός του, χωρίς καμιά άλλη διαδικασία.
Και κατέληξε, ότι εντός της ημέρας θα σταλή “σήμα” από το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως στην ελληνική πρεσβεία του Βουκουρεστίου.
εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 30/11/1974
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ

Αποφασίζω να πεθάνω στα ξένα!
Ακούω μηνύματα. Φωνές απ’ την Ελλάδα. Ελληνικά καλέσματα. “Έλα! Ο επαναπατρισμός σου είναι ελεύθερος”. Μα εγώ ρωτώ: Ο επαναπατρισμός μου ναι είναι ελεύθερος. Εγώ όμως θα είμαι ελεύθερος μετά τον επαναπατρισμό μου; Ένας αγαπητός μου φίλος μου τηλεφώνησε. “Έχεις το κλειδί της πατρίδας στο χέρι σου! Άνοιξε και μπες”. Μα εγώ θέλω ν’ ανοίξω την πόρτα της πατρίδας μου μ’ ελληνικό χέρι, ενώ η επίσημη δήλωση είναι κάπως θολή.  Τέλος πάντων, τι μου προσφέρουν, ιθαγένεια ή επαναπατρισμό; “Επαναπατρισμόν” μου απαντούν “χωρίς Ιθαγένεια”. Και τότε αποφασίζω να πεθάνω στα ξένα!

Γιατί νάρθω στην Ελλάδα. Για ν’ ανεβοκατεβαίνω τις σκάλες των υπηρεσιών ζητιανεύοντας πατρίδα. Η πικρή μου εμπειρία με προφύλαξε από τέτοιες ταπεινώσεις. Είμαι πολύ άρρωστος, πολύ κουρασμένος και προ πάντων πάρα πολύ κακοπαθημένος για να παίξω εθελοντικά την κωμωδία του Δημοσίου κινδύνου. Προτιμώ να ζήσω εκπατρισμένος και ελεύθερος παρά επαναπατρισμένος και επιτηρούμενος.
Είμαι πικραμένος αφάνταστα για τη μεταχείριση των αρχών απέναντί μου. Μα είναι απελπιστικό. Η Ελλάδα που γεννήθηκε για να προσφέρει την ελευθερία στους άλλους ν’ αρνείται να την προσφέρει στα παιδιά της.
Η πατρίδα μας από φριχτά ολισθήματα, λάθη και προδοσίες άλλων, μπήκε στον κυκλώνα μιας αληθινής τραγωδίας. Και να γιατί σαστίζω. Πώς σε μια τόσο μεγάλη Ελλάδα δεν μπορούν να χωρέσουν στον κόρφο της μερικές χιλιάδες ορφανεμένα της παιδιά.

Δεν ξέρω τι με περιμένει στο μέλλον. Αύριο ξαναμπαίνω στο Νοσηλευτήριο, πολύ μακριά από το Βουκουρέστι και δε θα μπορώ να λέω πια τα παράπονά μου στον αγαπημένο μου Ελληνικό Τύπο. Έτσι λυπούμαι που δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω ούτε ένα από τα χρέη μου. Περιορίζομαι μόνο ν’ απευθύνω τις ολόθερμες ευχαριστίες μου που με τόση γενναιοφροσύνη και ανθρωπιά μου συμπαραστάθηκαν στον ανέλπιδο αγώνα μου.
Σφίγγω με αγάπη στο στήθος μου την παλλόμενη ελληνική καρδιά του Κέβιν Άντριους.
Χαιρετώ όλους όσοι με σκέπτονται και με καρτερούν.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ
εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 11/4/1975
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ

Δεν θα δεχθώμεν την διατύπωσιν όρων
ΑΘΗΝΑΙ, 12: Ο υπουργός δημοσίας τάξεως, κ. Σόλων Γκίκας, ερωτηθείς σχετικώς με την επιστολήν του λογοτέχνου Μ. Λουντέμη, εις την οποίαν ούτος αναφέρει ότι δεν δέχεται τον επαναπατρισμόν του, εάν δεν του αποδοθή προηγουμένως η ελληνική ιθαγένεια, εδήλωσε τα εξής:
-Από μακρού έχω υπογράψη απόφασιν διά τον επαναπατρισμόν του Μ. Λουντέμη. Ούτος δύναται να επανέλθη, όταν το επιθυμή. Η απόφασις ισχύει. Ως προς την απόδοσιν της ελληνικής ιθαγενείας του, η αρμοδιότης επί του αντικειμένου τούτου ανήκει εις το υπουργείον εσωτερικών.
Ο υπουργός εσωτερικών, κ. Κ. Στεφανάκης, εις σχετικήν ερώτησιν εδήλωσεν ότι η εφαρμογή των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας εις ό,τι αφορά την απόκτησιν την ελληνικής ιθαγενείας από επαναπατριζομένους πολιτικούς πρόσφυγας αφορά και την περίπτωσιν του Μ. Λουντέμη, διαμένοντος εις Βουκουρέστι.
-Έναντι του νόμου, προσέθεσεν ο κ. υπουργός, όλοι είναι ίσοι. Δεν θα δεχθώμεν, επομένως, την διατύπωσιν όρων παρ’ ουδενός.
Ως διευκρινίσθη αρμοδίως ο νόμος προβλέπει πρώτον τον επαναπατρισμόν και δεύτερον την απόδοσιν της ελληνικής ιθαγενείας διά τακτικής διαδικασίας.
εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
13/4/1975  

15 χρόνια παλεύω να γίνω… Έλληνας 
Ο Μενέλαος Λουντέμης μας έστειλε από το Βουκουρέστι προς δημοσίευση την ακόλουθη ανοιχτή επιστολή:
Προς τον ποιητήν Κέβιν Άντριους
Αγαπητέ μου συνάδελφε, (τι κρίμα να μην μπορώ να σας πω “συμπατριώτη”) η συγκίνησίς σας με συνετάραξε. Είσθε λοιπόν Έλληνας; Ώστε στην Ελλάδα αν το λαχταρά μπορεί να γίνει Έλληνας και ένας ξένος φτάνει να την αγαπά; Πέστε μου, καλέ μου συνάδελφε, επειδή κι εγώ πολύ την αγαπώ, πέστε μου ποιες διαδικασίες ακολουθήσατε και πόσο κράτησαν αυτές; Γιατί εγώ 15 χρόνια παλεύω κι ακόμα δεν τα κατάφερα. Σας παρακαλώ… εσείς που έχετε τον ενθουσιασμό του νέου Έλληνα βοηθήστε ένα γεννημένο στην Ελλάδα, βασανισμένο στην Ελλάδα, να γίνει κι αυτός Έλληνας. Δεν μιλώ σαρκαστικά. Σας μιλώ τραγικά. Βοηθήστε με τουλάχιστον εσείς αφού κανείς από τους συμπατριώτες μου δεν με βοηθά.
Με τιμή
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ
εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 24/3/1975
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ 
ΕΓΚΡΙΘΗΚΕ Η ΑΠΟΔΟΣΗ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΛΟΥΝΤΕΜΗ
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΤΗΣ ΕΚ-ΝΔ
ΑΘΗΝΑΙ, 23: Όπως εγνώσθη το συμβούλιο ιθαγενείας του υπουργείου εσωτερικών ενέκρινε την απόδοση της ελληνικής ιθαγενείας στον λογοτέχνη Μενέλαο Λουντέμη. Η απόφαση ελήφθη μετά από επιστολή – αίτηση του αρχηγού της “Ενώσεως Κέντρου – Νέων Δυνάμεων” κ. Γ. Μαύρου.
εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
24/12/1975

η επιστροφή του Λουντέμη στην Ελλάδα:
Η κόρη του Λουντέμη, Μυρτώ Λουντέμη μιλάει στον Δαυίδ Ναχμία για την επιστροφή του πατέρα της από την εξορία:
Όταν επέστρεψε, λοιπόν, ήταν ένας θρίαμβος. Και δικαιώθηκε ο Λουντέμης για όσα τράβηξε. Γιατί η αγάπη του κόσμου ήταν… δυσβάσταχτη. Εκείνος είχε την καρδιά του, στο αεροδρόμιο τον πνίγανε οι άνθρωποι, να πέφτουν πάνω του, φοιτητές, φίλοι… ένα θέαμα πραγματικά αξιοζήλευτο για κάποιον που θέλει να είναι διάσημος. Να είναι μεγάλος. Για έναν μεγάλο ήταν μια επιστροφή θρίαμβος, όπως ακριβώς θα το ήθελε και όπως ακριβώς του άξιζε. Εγώ ήμουν έγκυος τότε. Στο μήνα μου σχεδόν. Και μου ήταν δύσκολο να βρεθώ σ’ αυτό το πλήθος. Δε θα άντεχα, βέβαια. Ούτε ήθελα δυνατές συγκινήσεις. Ήρθε ο μπαμπάς στο σπίτι καταϊδρωμένος, χάλια, μου τον λιώσανε τον άνθρωπο, ήτανε τόσο συγκινημένος, σερνότανε κυριολεκτικά. Αλλά ήταν ευτυχισμένος. Ήταν πολύ ευτυχισμένος. Όχι μόνο επειδή γύρισε, αλλά επειδή γύρισε μέσα σε αγκαλιές, στην αναγνώριση.
ΜΥΡΤΩ ΛΟΥΝΤΕΜΗ
απόσπασμα από την εκπομπή του Δαυίδ Ναχμία “ΙΧΝΗΛΑΤΕΣ” για την ΕΡΤ