Έρμαν Έσσε, 2 Ιουλίου 1877 – 9 Αυγούστου 1962.

Συγγραφέας και µύστης,  γράφει απλά και κατανοητά για τα καίρια ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα αποφθέγματά του για τον έρωτα, την αγάπη, το φόβο, το μίσος και την κοινωνία, αποτυπώνονται στο εγχειρίδιο του Άλαν Πέρσι, Έρμαν Έσσε: 66 μαθήματα καθημερινής σοφίας, ο οποίος αναλύει τον Έσσε και προσφέρει τη δική του οπτική, για µια ζωή λιγότερο περίπλοκη και πιο ουσιώδη. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, κι εμείς διαλέξαμε τρία αποσπάσματα για την αγάπη και τον έρωτα.


«ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΓΑΠΗ - ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΓΑΠΗ ΑΛΗΘΙΝΑ ΒΑΘΙΑ».

Το δημοφιλές παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Το Ασχημόπαπο, έχει ως ερμηνευτικό κλειδί για τον ενήλικο αναγνώστη την αναζήτηση του εαυτού.

Το ασχημόπαπο γεννιέται ανάμεσα σε άλλα παπάκια, όμως είναι διαφορετικό. Δεν το αναγνωρίζουν ως ίδιο με εκείνα και το απορρίπτουν. Προσπαθεί να τα κάνει να το αγαπήσουν, ελπίζει να γίνει σαν εκείνα, αλλά δε μπορεί, γιατί στο βάθος είναι διαφορετικό. Νιώθει κατώτερο και περιφρονημένο και πασχίζει να γίνει αποδεκτό. Αλλά, όσο το ασχημόπαπο δεν ανακαλύπτει την ταυτότητά του, δε βρίσκει την αγάπη -όσο δεν ανακαλύπτει πως είναι κύκνος και δεν αποδέχεται αυτό που είναι, δε μπορεί να αγαπήσει αληθινά, ούτε να αγαπηθεί.

Η αναζήτηση αποδοχής από το ασχημόπαπο ξεκινάει με κατεύθυνση προς τα έξω, καθώς προσπαθεί να ενταχθεί, θέλει να είναι κάτι που δεν είναι. Αλλά, στην περίπτωση του παραμυθιού, το ασχημόπαπο δεν ξεγελάει με τη θέλησή του, απλώς βρίσκεται σε αυτήν την κατάσταση χωρίς να ξέρει το γιατί. Πρέπει να ξεκινήσει μια πορεία που θα το οδηγήσει να ανακαλύψει ποιο είναι, και αυτό θα του επιτρέψει να βρει την αγάπη των άλλων.

Πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να δείχνουν κάτι που δεν είναι, είτε γιατί νομίζουν πως αυτό θέλουν οι άλλοι είτε γιατί δεν τους αρέσει το πώς είναι. Είναι εξαρτημένοι από τη γνώμη των άλλων και χρειάζονται απελπισμένα την επιδοκιμασία τους.

Όμως, η αληθινή αγάπη δε γεννιέται από τη στέρηση, με το να περιμένουμε να καλύψει ο άλλος τα εσωτερικά μας κενά ή να μας πει τι πρέπει να κάνουμε. Αγαπάμε κάτι αληθινά, μόνο αποδεχόμενοι αυτό που είναι.

Μόνο αν αποδεχτούμε τον εαυτό μας όπως είναι, συμπεριλαμβανομένων των πληγών μας, θα μπορέσουμε να είμαστε κύριοι της ζωής μας. Και γι’ αυτό πρέπει πρώτα να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Κι έτσι, οι άλλοι θα μπορέσουν να αγαπήσουν το πρόσωπο που πραγματικά είμαστε και όχι ένα προσωπείο που έχουμε δημιουργήσει.

Ένα γνωστό τάνγκο με στίχους του Κάρλος Αντρές Μπαρ λέει:
«Δε θα μπορέσω να γίνω καλύτερος, αν και το θέλεις
αφού με παροτρύνεις ν’ αλλάξω,
δε θα μπορέσω να γίνω καλύτερος, αν και το θέλω,
και για τη δική σου αγάπη και για τη δική μου.
Αγάπα με όπως είμαι, με την αγάπη μου και τα πιστεύω μου,
αγάπα με όπως είμαι, με την ενοχή μου και τη μνησικακία μου,
μην περιμένεις από μένα, για να μ’ αγαπήσεις, να πάψω να είμαι εγώ».


«Ο ΕΡΩΤΑΣ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΥΠΟΦΕΡΟΥΜΕ, ΑΛΛΑ ΟΣΟ ΠΙΟ ΠΑΡΑΔΟΜΕΝΟΙ ΤΟΝ ΥΠΟΜΕΝΟΥΜΕ, ΤΟΣΟ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΟΥΣ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ».

Ο άγγλος ποιητής Άλφρεντ Τέννυσον είπε: «Καλύτερα να έχεις ερωτευτεί και να έχεις χάσει παρά να μην έχεις ερωτευτεί ποτέ». Και το να γνωρίσεις τον έρωτα, ακόμα και με τον κίνδυνο να τον χάσεις ή να πονέσεις εξαιτίας του, είναι η πιο υπέροχη εμπειρία που μπορεί να βιώσει η ψυχή.

Όταν νιώθουμε ερωτευμένοι, η ψυχή μας ανοίγεται και τολμάμε πράγματα που πριν ούτε που τα ονειρευόμασταν. Όπως είπε ο Πλάτων: «Δεν υπάρχει άνθρωπος τόσο δειλός, που να μη μπορεί να μεταμορφωθεί σε ήρωα χάρη στον έρωτα».

Ξαναγυρνώντας στον Σιντάρτα, στην αρχή της αναζήτησής του, είναι τόσο επικεντρωμένος στο να βρει τον Θεό και το νόημα της ύπαρξής του, που δε γνωρίζει την αληθινή αγάπη, παρόλο που έχει μοιραστεί το χρόνο του με την ωραία Καμάλα και την έχει ερωτευτεί. Ωστόσο, στο τέλος του ταξιδιού του γνωρίζει τον γιο του και τότε ανακαλύπτει ένα συναίσθημα που αγνοούσε.

Βιώνει μια αγάπη που δεν προέρχεται από την επιθυμία ή την ανάγκη, μια αγάπη αγνή και απόλυτη, που τον ωθεί να φροντίζει και να προστατεύει το παιδί του. Αυτό το είδος αγάπης είναι ένα μεγάλο δώρο που μας γεμίζει την καρδιά, αλλά παράλληλα μπορεί να κουβαλάει και πόνο.

Κάθε σχέση γονέα-παιδιού συνεπάγεται ένα βαθμό πόνου και ανησυχίας. Ανησυχούμε σημαίνει νοιαζόμαστε για κάτι προκαταβολικά, δηλαδή προτού αυτό συμβεί, ενδιαφερόμαστε να προλάβουμε τα γεγονότα, υποφέρουμε για κάτι που ακόμα δεν έχει συμβεί, αλλά που φοβόμαστε ότι μπορεί να συμβεί.

Το μόνο αντίδοτο στην ανησυχία είναι η ενασχόληση με κάτι. Όταν δινόμαστε ενεργά σε κάτι, δε μένει πια καιρός ούτε χώρος για ανησυχία.

Ο ώριμος έρωτας πρέπει να συνεπάγεται περισσότερη ενασχόληση με τον άλλο και λιγότερη ανησυχία. Να ζούμε τη σχέση και την αγάπη στο εδώ και στο τώρα.

Αν ασχολούμαστε με τον άλλο, αντί να ανησυχούμε, θα εξοικονομήσουμε πολύτιμη ενέργεια, που τη σπαταλάμε φτιάχνοντας καταστροφικά σενάρια. Όταν έρθουν τα προβλήματα, αν έρθουν, τότε θα τα βάλουμε σε πρώτο πλάνο, όχι πριν.

Με την ανησυχία δεν αποτρέπονται ούτε ο δικός μας πόνος ούτε του άλλο. Η ενασχόληση με τον άλλο είναι το μόνο χρήσιμο.


«ΕΥΤΥΧΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΓΑΠΗ, ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ. ΟΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΓΑΠΑΕΙ, ΕΙΝΑΙ ΕΥΤΥΧΗΣ».

Ο Έρμαν Έσσε κλείνει το βιβλίο του Σιντάρτα, μόλις ο ήρωάς του βρίσκει την απόλυτη ειρήνη, μόλις ανακαλύπτει το σημαντικότερο που υπάρχει: την αγάπη. Συλλαμβάνει το νόημα της ζωής, του κόσμου, του ανθρώπου -ανακαλύπτει ότι τα πάντα είναι ενωμένα και γι’ αυτό μπορεί να τα αγαπήσει όλα, με μια αγάπη αγνή, πλήρη και απόλυτη, χωρίς να εκφέρει κρίσεις ή απόψεις.

Θυμάμαι ένα καθηγητή φιλοσοφίας που έλεγε πάντα ότι υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη φράση «σ’ αγαπώ, γιατί σε χρειάζομαι» και σ’ εκείνη που λέει «σε χρειάζομαι, γιατί σ’ αγαπώ». Και στις δύο φράσεις έχουμε μια ερωτική εξομολόγηση, όμως δείχνουν και οι δύο στ’ αλήθεια έρωτα;

Η Λουίζ Μ. Νόρμαν έχει πει ότι «το μυστικό της ευτυχίας βρίσκεται μάλλον στο να τη χαρίζεις παρά στο να την περιμένεις». Το να περιμένουμε να αγαπηθούμε μόνο απογοήτευση μπορεί να μας φέρει και μια σταδιακή αποψίλωση της ικανότητάς μας να αγαπάμε. Αυτή η άποψη για τον έρωτα μας κάνει να βάζουμε όρους, να ζητάμε ανταλλάγματα, να υπολογίζουμε κινδύνους, σαν να είναι η αγάπη επιχείρηση.

Η απάντηση είναι πάντα έξω από μας και πρέπει να έρθει σε μας. Δεχόμαστε κριτικές και πιέσεις για να αποδείξουμε την αγάπη αυτή, όταν ίσως η αγάπη δε μπορεί να αποδειχτεί, αλλά μόνο να δείξει.

Ίσως η κυριότερη διαφορά ανάμεσα στην αγάπη που αναφέρει ο Έσσε και στο πώς την αντιλαμβανόμαστε εμείς είναι ο τρόπος που μιλάμε γι’ αυτή. Θέλουμε να μας αγαπούν. Θέλουμε ν’ αγαπάμε. Ενδυόμαστε τον κτητικό έρωτα, τον βιαστικό, τον αναγκαίο.

Όμως η τέχνη του αγαπάν είναι κάτι πολύ πιο ευρύ, πιο αγνό και πιο απροσδιόριστο. Ο Έσσε έλεγε: «Όσο λιγότερο πιστεύω, γενικά, στην εποχή μας, όσο περισσότερο νομίζω ότι βλέπω την ανθρωπότητα να εκφυλίζεται και να μαραίνεται, τόσο λιγότερο σκέφτομαι την επανάσταση ως φάρμακο γι’ αυτή την παρακμή και τόσο περισσότερο πιστεύω στη μαγεία της αγάπης».

Ο Έκχαρτ Τόλλε σχολιάζει ότι η αγάπη ως διαρκής κατάσταση είναι πολύ σπάνια και περιορισμένη, τόσο σπάνια, όσο ο ευσυνείδητος άνθρωπος.

Ίσως γι’ αυτό πρέπει ν’ αρχίσουμε από ένα προκαταρκτικό στάδιο: να αφυπνιστούμε και να τολμήσουμε να βυθοσκοπήσουμε το ποιοι είμαστε και τι αναζητάμε.
 

 πηγή: doctv.gr