Ο Λόρκα γεννήθηκε στο Φουέντε Βακέρος, μια μικρή αγροτική πόλη της Ανδαλουσίας, κοντά στη Γρανάδα, όπου μετακόμισε η οικογένειά του όταν ο ποιητής ήταν 11 ετών.

Αγαπούσε την περιοχή με τις «μελωδικές λεύκες και τα λυρικά της ποτάμια», όπως έλεγε, και πάντοτε κάθε καλοκαίρι περνούσε εκεί έναν μήνα τουλάχιστον ζώντας μέσα σε ένα φυσικό περιβάλλον το οποίο αποτελούσε και τη μόνιμη πηγή της έμπνευσής του. Να τι έγραφε, λ.χ., σε κάποιον φίλο του: «Αν μπορούσες να δεις πώς είναι στ' αλήθεια η Ανδαλουσία! Μόνο για να περπατήσει κανείς πρέπει να ανοίξει λαγούμια μέσα στο χρυσό φως όπως οι τυφλοπόντικες στο σκοτεινό τους περιβάλλον. Τα λαμπερά μεταξωτά δίνουν μια υφή αγαλμάτων του Μιχαήλ Αγγέλου στα οπίσθια των γυναικών. Τα κοκόρια καρφώνουν πολυτελείς μπαντερίγιες στον λαιμό της αυγής κι εγώ μαυρίζω από τον ήλιο και την πανσέληνο». Και σε μια συνέντευξή του είχε δηλώσει κάποτε με αφοπλιστικό πάθος: «Η Γρανάδα με διαμόρφωσε και μ' έκανε αυτό που είμαι: ποιητή εκ γενετής - αναπόδραστα».
Το 1898 που γεννήθηκε ο Λόρκα γεννήθηκαν και ο Χέμινγουεϊ και ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. Φτιάχτηκε το πρώτο Ζέπελιν. Δημοσιεύθηκε το Κατηγορώ του Ζολά. Ο Στανισλάφσκι ίδρυσε στη Μόσχα το Θέατρο Τέχνης. Το ζεύγος Κιουρί ανακάλυψε το ράδιο. 
Ο Λόρκα ήταν ασθενική φύση. Ως τα τρία του δεν μιλούσε. Περπάτησε στα τέσσερα χρόνια του και για πολλά χρόνια κούτσαινε ελαφρά. Του άρεσαν τα λαϊκά τραγούδια αλλά και οι κλασικοί και ρομαντικοί ποιητές. Σπούδασε κιθάρα και πιάνο, όμως απεχθανόταν το σχολείο, όπως αργότερα και το Πανεπιστήμιο. Αυτό ωστόσο που σημάδεψε την ποίηση και το θέατρό του ήταν όταν είδε μικρός για πρώτη φορά έναν θίασο Τσιγγάνων που έπαιζαν κουκλοθέατρο. Τότε άρχισε να στήνει κι αυτός τις δικές του παραστάσεις για τα μέλη της οικογένειάς του. 
Ο ποιητής πήγε στη Μαδρίτη το 1919 και εγκαταστάθηκε στη Residencia de Estudiantes, όπου ενώθηκε με την ομάδα των συγγραφέων και καλλιτεχνών που θα αποτελούσαν τη γενιά του '27 η οποία θα ανανέωνε την ισπανική κουλτούρα. Πολύ σύντομα, με τις πρώτες του δημοσιεύσεις θα αναγνωριζόταν ως ο σημαντικότερος νέος ποιητής της Ισπανίας. 

Το ταξίδι στη Νέα Υόρκη... 
Αυτή την περίοδο της μεγάλης φήμης ο Λόρκα κατελήφθη από μελαγχολία και έντονο αίσθημα θανάτου. Τότε ο μέντοράς του Φερνάντο ντε λος Ρίος φρόντισε να τον στείλει πρώτα στη Γαλλία και στην Αγγλία και στη συνέχεια στις ΗΠΑ. Ο δημιουργός του Μοιρολογιού για τον Ιγνάτιο Σάντσεθ Μεχίας ήδη είχε εγκαταλείψει τη φόρμα της τσιγγάνικης μπαλάντας και προτού πάει στην Αμερική έγραψε σε έναν φίλο του: «Η Νέα Υόρκη μοιάζει απαίσια, αλλά γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο πηγαίνω εκεί». Φθάνοντας σημείωνε ότι η πόλη είναι «βαβυλωνιακή, σκληρή και βίαιη», αλλά και «γεμάτη με υπέροχη σύγχρονη ομορφιά». Η Νέα Υόρκη είχε εκείνη την εποχή μιαν ανεπανάληπτη γοητεία. Ο Λόρκα περπατούσε συχνά τα βράδια στο Χάρλεμ που γνώριζε από την πρώτη ακόμη δεκαετία του 20ού αιώνα μια εκπληκτική πολιτιστική άνθηση. Ήταν η περίοδος της λεγόμενης αναγέννησης του Χάρλεμ. Ο νεαρός Ισπανός περπατούσε στους δρόμους του Χάρλεμ και στη γέφυρα του Μπρούκλιν και επισκεπτόταν τακτικά τα νάιτ κλαμπ. Έμαθε ελάχιστα αγγλικά και είχε πολύ λίγους φίλους, αλλά ανάμεσά τους και έναν από τους μείζονες σύγχρονους αμερικανούς ποιητές, τον Χαρτ Κρέιν. Τα ποιήματα τα οποία έγραψε εκείνη την εποχή με τίτλο «Ο ποιητής στη Νέα Υόρκη» διακρίνονται από έντονη αφηγηματικότητα και από έναν σχεδόν επικό βηματισμό, όπου εμφανής είναι η επίδραση του γενάρχη της σύγχρονης αμερικανικής ποίησης Γουόλτ Γουίτμαν.

Ο θεατρικός συγγραφέας... 
Ο Λόρκα γύρισε στην Ισπανία το καλοκαίρι του 1930, όταν η χώρα γνώριζε κοσμογονικές αλλαγές. Πρώτα ήταν η πτώση της δικτατορίας του Πρίμο ντε Ριβέρα. Έναν χρόνο αργότερα κηρύχθηκε έκπτωτος ο βασιλιάς Αλφόνσος ΙΓ/ και η Ισπανία έγινε δημοκρατία. Ο Φερνάντο ντε λος Ρίος έπαιξε μεγάλο ρόλο στην πολιτιστική αναγέννηση της χώρας, πρώτα ως στέλεχος και έπειτα ως επικεφαλής του υπουργείου Πολιτισμού και Πληροφοριών. Η δημοκρατική κυβέρνηση δημιούργησε δύο σημαντικά θέατρα: το Teatro del Publico, που το διηύθυνε ο Αλεχάντρο Κασόνα, και ένα περιοδεύον, που το διηύθυναν ο Λόρκα και ο Εδουάρδο Ουγκάρτε. Ήταν το περίφημο Λα Μπαράκα, που τo 1932 με εισήγηση του Λόρκα άρχισε να περιοδεύει σε όλη την Ισπανία και να δίνει παραστάσεις σε μικρές πόλεις και σε πανεπιστήμια. Οι ηθοποιοί ήταν ερασιτέχνες και έπαιζαν δωρεάν, ενώ τα σκηνικά, όπως και τα κοστούμια, τα έφτιαχναν φοιτητές της Αρχιτεκτονικής απ' όλη την Ισπανία. Ως το 1936 που διαλύθηκε, το θέατρο ανέβασε 13 έργα και έδωσε παραστάσεις σε 72 χωριά και πόλεις. Η σημασία του στη διαμόρφωση του ίδιου του Λόρκα ως θεατρικού συγγραφέα ήταν τεράστια. Με βάση τις εμπειρίες των παραστάσεων βελτίωσε τα κείμενά του, δούλεψε στην παραγωγή τους, σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα έπαιξε και ο ίδιος κάποιους μικρούς ρόλους. 
Η παράδοση των Μαυριτανών... 
Η επίδραση που δέχθηκε ο Λόρκα από την ισλαμική ή αραβόφωνη ποίηση όπως αναπτύχθηκε επί τέσσερις αιώνες (από τον 11ο ως τον 14ο) στον ισπανικό Νότο είναι εμφανέστατη. Όχι μόνο γιατί ο ποιητής χρησιμοποίησε τις δύο από τις έξι μορφές ποιητικής έκφρασης (δηλαδή την κασίντα και την γκαζέλα), αλλά και γιατί ακολούθησε σχεδόν πιστά τις αρχές που χαρακτηρίζουν την ισλαμική ποίηση, κυρίως όσον αφορά την επεξεργασία της εικόνας. Όπως οι παλαιοί άραβες ποιητές της ερήμου, βασίστηκε και αυτός στην παρομοίωση και στη μεταφορά για να πετύχει την ακραία συμπύκνωση της αίσθησης, του νοήματος και της αφήγησης. Οι άραβες ποιητές της μαυριτανικής Ισπανίας αισθάνονταν περήφανοι όταν μπορούσαν να χειριστούν τα πιο μεγάλα θέματα σε όσο το δυνατόν πιο συμπυκνωμένη μορφή και με λιγότερες λέξεις μεταφέροντας μια παράδοση που είχε αναπτυχθεί στην Περσία, στο Πακιστάν και στα χαλιφάτα της Μεσοποταμίας. Στον ισπανικό Νότο η αραβόφωνη ποίηση από τον 11ο ακόμη αιώνα παρουσίασε λαμπρά επιτεύγματα και χρήσεις της μεταφοράς και της παρομοίωσης που ανακάλυψε 10 αιώνες αργότερα ο υπερρεαλισμός. Οι ποιητές, λ.χ., παρομοίαζαν τα λευκά κάστρα στους λόφους της Ανδαλουσίας που είχαν χτίσει οι Μαυριτανοί με κρίνους, τα σώματά τους με λαγούτα και τις φλέβες τους με χορδές, τους ποταμούς με λευκό χαρτί, πάνω στην επιφάνεια των οποίων ο άνεμος έγραφε τα ποιήματά του, ή φαντάζονταν τον ήλιο στο ηλιοβασίλεμα με λυπημένη καρδιά να απλώνει το χέρι του και να αποχαιρετά τη λίμνη. 
Η Γρανάδα και η κοντινή Κόρδοβα πριν από 1.000 χρόνια είχαν βιβλιοθήκες που περιείχαν 400.000 τόμους με βιβλία φιλοσοφικά, νομικά, επιστημονικά και θεολογικά στα ελληνικά, στα λατινικά και στα εβραϊκά. Μουσουλμάνοι, χριστιανοί και εβραίοι ζούσαν αρμονικά μεταξύ τους. 
Δημιουργήματα των Μαυριτανών είναι όσα προκαλούν και σήμερα τον θαυμασμό, λ.χ. οι κήποι στη Γρανάδα και τα ανάκτορα στην Αλάμπρα. Ας σημειωθεί ότι, όταν οι χριστιανοί ανακατέλαβαν τη Γρανάδα, έκαψαν 80.000 βιβλία από τη βιβλιοθήκη των ανακτόρων. 
Οι Άραβες στην Ισπανία ανέπτυξαν από πολύ νωρίς ένα σύστημα διαχείρισης των υδάτων που το χρησιμοποίησαν για να δημιουργήσουν τους περίφημους κήπους τους μεταφέροντας στην Ιβηρική Χερσόνησο την παλαιά παράδοση της αρχιτεκτονικής των κήπων όπως αναπτύχθηκε όχι μόνο στην Άπω αλλά και στη Μέση Ανατολή και στην Κεντρική Ασία. Στην αραβική αρχιτεκτονική ο αρμονικός συνδυασμός κτισμάτων και φύσης αποτελεί βασική προϋπόθεση. Οι ζωντανές αναμνήσεις ενός τέτοιου περιβάλλοντος έθρεψαν την ευαισθησία και τη φαντασία του Λόρκα και μέσα σε αυτές αναπτύχθηκε η ποιητική του. 

Η πρόκληση... 
Ο Λόρκα ήταν ομοφυλόφιλος, «όνειδος» για την εποχή και πρόκληση που η συντηρητική κοινωνία της Ανδαλουσίας δεν μπορούσε να την αντέξει. Ωστόσο η ομοφυλοφιλία του ως πιθανή αιτία της δολοφονίας του άρχισε να εξετάζεται τα τελευταία κυρίως χρόνια. Αλλά οι σχετικές υποθέσεις είναι παρακινδυνευμένες. Το πιθανότερο είναι ότι δύσκολα θα έπαιρναν την απόφαση να εκτελέσουν έναν από τους πιο διάσημους ποιητές της Ισπανίας τα μέλη της τοπικής φάλαγγας αν δεν υπήρχε άνωθεν εντολή. Ο θάνατός του έριξε μια σκιά στα σύγχρονα ισπανικά γράμματα. Εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα, η σκιά αυτή μοιάζει ακόμη πιο βαριά... 

Federicο Garcia Lorca - Οδυσσέας Ελύτης
Εκλεκτικές συγγένειες
Ο Λόρκα μπαίνει στη ζωή του Ελύτη πριν από την Κατοχή - ήδη το 1938, στο άρθρο-απάντηση προς τον Γιώργο Θεοτοκά γύρω από τον υπερρεαλισμό, ο Ελύτης αναφέρει τον Λόρκα ως έναν από τους ποιητές της «νέας πραγματικότητας». Σε μια συνέντευξή του (1942) δηλώνει: «Ο ποιητής που αυτή τη στιγμή μ' ενδιαφέρει περισσότερο, είναι ο Ισπανός Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, που τον θεωρώ σαν τον σημαντικότερο λυρικό της σύγχρονης Ευρώπης».
Η αναγνώριση αυτή του Λόρκα από τον Ελύτη έρχεται σε μια εποχή όπου η ανάγκη για ανανέωση της ποίησης στην Ελλάδα είναι επιτακτική. Η συζήτηση για τον υπερρεαλισμό, που έχει αρχίσει στα χρόνια του Μεσοπολέμου, συνεχίζεται παράλληλα με το αίτημα για ελληνικότητα και στροφή προς την παράδοση. Ο Ελύτης, που λαμβάνει ενεργό μέρος στις αναζητήσεις αυτές, ανακαλύπτει στον Λόρκα ένα ελκυστικό μείγμα παράδοσης και πρωτοπορίας. Ετσι, χρησιμοποιεί κατά μια έννοια τον Λόρκα, έναν συγγραφέα που είχε ήδη αποκτήσει διεθνή φήμη, για να εισαγάγει ομαλότερα και να νομιμοποιήσει έναν «μεσογειακό υπερρεαλισμό» στην Ελλάδα.
Ο Λόρκα θα συντροφεύει για πάντα τον ποιητή του Αιγαίου, ο οποίος με τη σειρά του θα βρίσκει συνεχώς νέους τρόπους να πλησιάζει και να συνομιλεί με τον ποιητή της Ανδαλουσίας. Ο Ελύτης μιλάει για τον Λόρκα και με τον Λόρκα στα πεζά, τις συνεντεύξεις και τα άρθρα του, και βεβαίως στο ίδιο το ποιητικό έργο του, όπου μπορεί κανείς να βρει δημιουργικά αφομοιωμένα στοιχεία από το έργο του ομοτέχνου του. Αναμφίβολα, μαγεύεται. Μέσα από τους στίχους του Λόρκα, ο Ελύτης ανακαλύπτει ήχους και συνδυασμούς πρωτάκουστους, και συνωμοτεί με τον Νίκο Γκάτσο στην απαγγελία στίχων στα ισπανικά, όπως εκείνων των διάσημων στίχων από τη Romance de la  Guardia Civil Espanola (Ρομάντσα της Ισπανικής Χωροφυλακής):
Cuando llega la noche, - Οταν έφτανε η νύχτα,
noche que noche nochera, - νύχτα, νυχτιάτικη νύχτα,
los gitanos en sus fraguas - Οι τσιγγάνοι στο εργαστήρι
forjaban soles y flechas. (...) - χάλκευαν ήλιους και βέλη. (...)
El viento vuelve desnudo - Ο άνεμος στρίβει γυμνός
la esquina de la sorpresa, - τη γωνία της έκπληξης,
en la noche platinoche, - Μες στην ασημένια νύχτα
noche que noche nochera. - νύχτα, νυχτιάτικη νύχτα.

Και από τη Romance Sonambulo (Παραλογή του Μισοΰπνου):
Verde que te quiero verde - Πράσινο που μ' αρέσεις πράσινο,
Verde viento. Verdes ramas. - Πράσινος άνεμος, πράσινα κλαδιά.

Πέρα όμως από τη μαγεία των λέξεων και των συνδυασμών τους, ο Ελύτης αναγνωρίζει και στοιχεία του ποιητικού πιστεύω του στα έργα του Λόρκα. Γράφει ένα ενθουσιώδες άρθρο, το πρώτο που παρουσιάζει εκτενώς τον Λόρκα στους Ελληνες αναγνώστες, το οποίο δημοσιεύεται στο περιοδικό Τετράδιο (αρ.1, 1945). Σ' αυτό το άρθρο τονίζονται συγκεκριμένα στοιχεία από το έργο του Λόρκα που ταιριάζουν επίσης στη δική του ποιητική ιδιοσυγκρασία: έρωτας, μυστήριο, σελήνη, όνειρο, παράδοση, λαϊκότητα, φύση, Μεσόγειος.
Τρία χρόνια αργότερα, ο Ελύτης μεταφράζει Λόρκα. Οι μεταφράσεις του παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διάδοση και την πρόσληψη του ποιητικού έργου του Λόρκα στην Ελλάδα. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως ο Ελύτης είναι ο μεταφραστής που κάνει ευρύτερα γνωστό τον ποιητή Λόρκα, ενώ ακριβώς την ίδια εποχή ο Γκάτσος συστήνει στους Ελληνες τον δραματουργό Λόρκα.
Βεβαίως, έχουν ήδη προηγηθεί σημαντικές μεταφράσεις μεμονωμένων ποιημάτων του Λόρκα σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, όπως εκείνες των Νίκου Καζαντζάκη, Μήτσου Παπανικολάου, Νίκου Γκάτσου, Κλείτου Κύρου και Τάκη Βαρβιτσιώτη. Ο Ελύτης όμως, δημοσιεύοντας τις μεταφράσεις του στη Νέα Εστία, ένα καθιερωμένο και «μετριοπαθές» λογοτεχνικό περιοδικό μεγάλης κυκλοφορίας, εισάγει τον Λόρκα από την κύρια είσοδο και πετυχαίνει να διαδώσει την ποίησή του σ' ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους μεταφραστές, δεν δημοσιεύει ένα μεμονωμένο ποίημα ή έστω κάποια ποιήματα προερχόμενα από διαφορετικές συλλογές αλλά, συγκεκριμένα, επτά ποιήματα από το Romancero Gitano. Ως εκ τούτου παρουσιάζει μια ενιαία εικόνα του Λόρκα και, σε μεγάλο βαθμό, τον καθιερώνει ως ποιητή συνδεδεμένο με την παράδοση και τη λαϊκότητα.
Στις μεταφράσεις του ο Ελύτης χρησιμοποιεί συχνά τον οκτασύλλαβο, παραμένοντας πιστός στο μέτρο των ισπανικών romances, αλλά και σ' εκείνο πολλών ελληνικών δημοτικών τραγουδιών. Χρησιμοποιώντας λεξιλόγιο όσο και τεχνικές από την ελληνική δημοτική παράδοση, επίσης αντλώντας από τον Σολωμό, τον Σικελιανό και τον Καζαντζάκη, ελληνοποιεί τον Λόρκα αφαιρώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία εκείνα που θεωρεί πως θα ξενίσουν τους Ελληνες αναγνώστες, όπως κάποια ισπανικά τοπωνύμια ή αναφορές σε έθιμα και πρακτικές της Καθολικής Εκκλησίας.
Τις συγκεκριμένες μεταφράσεις τις επανεκδίδει στη συλλογή Δεύτερη Γραφή, ενώ τις ξαναδουλεύει για τα Ρω του Ερωτα, ως στίχους τραγουδιών που έμελλε να μελοποιηθούν από τον Μίκη Θεοδωράκη και να ηχογραφηθούν για πρώτη φορά στο εξωτερικό, στη διάρκεια της Δικτατορίας. Με τις γνωστές σε όλους μας μελοποιήσεις, η ποίηση του Λόρκα θα απλωθεί σε ακόμη πλατύτερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας.
Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι ο Ελύτης επιλέγει να μεταφράσει ποιήματα που ήταν συμβατά με τη δική του ιδιοσυγκρασία και θεματική. Γι' αυτό, δεν μεταφράζει ποιήματα από το Romancero που αναφέρονται σε βιβλικά θέματα ή εμπεριέχουν βίαιες εικόνες, όπως οι τρεις ιστορικές μπαλάντες Thamar y Amnon, Burla de don Pedro a caballo, El martirio de Santa Olalla. Οπως επίσης, στα Ρω του Ερωτα αφήνει έξω τη βία, τον θάνατο, τις σκοτεινές εικόνες αλλά και κάποια από τα ισπανικά ονόματα.

Τόσο ο Λόρκα όσο και ο Ελύτης αποδοκιμάζουν τον συντηρητισμό και την καταπίεση των αισθήσεων. Για τον Λόρκα ο  έρωτας είναι συνήθως ανικανοποίητος, βασανιστικός και καταστρεπτικός: Εl amor que no pudo ser. Ενώ για τον Ελύτη, ο έρωτας είναι συνήθως μια απελευθερωτική και λυτρωτική δύναμη. Ο ποιητής υμνεί πάνω απ' όλα τις χαρές του έρωτα κι όχι τη στέρησή του. Ετσι, τις περισσότερες φορές, ο Ελύτης παραλείπει τους μαύρους ήχους (los sonidos negros), την αγωνία και τον αγώνα του Λόρκα για τον έρωτα και τον θάνατο, με καταβολές στην ισπανική του ψυχοσύνθεση αλλά στη φανερά καταπιεσμένη ομοφυλοφιλία του.
Αμφότεροι πάντως δίνουν έμφαση στην προφορικότητα και την εικόνα, την οπτικότητα, καθώς όλα αυτά σχετίζεται ασφαλώς με την ενασχόλησή τους και την αγάπη τους για τη ζωγραφική, τον κινηματογράφο, τη μουσική, το θέατρο. Η φύση κατακλύζει τα ποιήματά τους - το Αιγαίο και η Ανδαλουσία γίνονται ο καμβάς πάνω στον οποίο οι δύο ποιητές θα ξεδιπλώσουν το έργο τους. Ο Ελύτης υμνεί τον ζωοδότη κι εξαγνιστή ήλιο, ο Λόρκα τη μυστηριώδη σελήνη (που πολύ συχνά μετατρέπεται σε σύμβολο θανάτου). Ο Ελύτης αντιστέκεται στην εμμονή του Λόρκα γύρω από τον θάνατο υμνώντας τη ζωή και την ανάσταση.
Παρά τις επιμέρους διαφορές, «ο μελαψός Ανταλουσιάνος» έχει πολλά κοινά στοιχεία με τη μεσογειακή ιδιοσυγκρασία του Ελύτη. «Πηγαίο και τραγουδιστικό» τον χαρακτηρίζει, ενώ την ποίησή του την αποκαλεί «αστραφτοβόλα», «γεμάτη θέρμη και ζωντάνια». Τα νιάτα και η φρεσκάδα θέλγουν τον ποιητή του Αιγαίου που μεταμοσχεύει στο έργο του σύμβολα, εικόνες, πρόσωπα-ήρωες, λέξεις και ποιητικούς τρόπους από το έργο του Ισπανού ομότεχνού του. Αν και συστηματικότερη και εντονότερη μπορεί να θεωρηθεί η παρουσία του Λόρκα στα ποιήματα Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας και Το Αξιον εστί, δεν παύει να είναι ο Γραναδίνος συγγραφέας ένα διαρκές σημείο αναφοράς στην ελυτική ποίηση.

Κλείνοντας τη σύντομη αυτή αναφορά, εύκολα διαπιστώνει κανείς την επίδραση που αναμφίβιολα άσκησε ο Λόρκα σε πολλούς νεοέλληνες ποιητές· όμως με τον Ελύτη, η σχέση αυτή παίρνει τη μορφή μιας αληθινής ποιητικής συνομιλίας. Τόσο ο Λόρκα όσο και ο Ελύτης είναι εθνικοί ποιητές μα ταυτόχρονα και παγκόσμιοι· ύμνησαν τη χώρα τους αλλά μίλησαν και στην οικουμενική γλώσσα της ποίησης. Αυτή η ποιητική συνομιλία επιτρέπει, τελικά, να ξαναδιαβάσουμε πιο πλούσια το έργο του Ελύτη και του Λόρκα, την ελληνική, την ισπανική και την παγκόσμια ποίηση. Την ποίηση που ο καθένας ερμήνευσε και υπηρέτησε με τον δικό του διαφορετικό, αλλά ταυτόχρονα κι ανάλογα όμοιο τρόπο. «Μην με ρωτάτε -είπε ο Λόρκα σε μια ομιλία του, μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα της «μηχανικής της ποίησης»- για το αληθινό και το ψεύτικο, γιατί η ποιητική αλήθεια είναι κάτι που αλλάζει κάθε φορά που μεταδίδεται με διαφορετικό τρόπο. Αυτό που είναι φως για έναν ποιητή, μπορεί να είναι ασχήμια για κάποιον άλλον, και εξάλλου, όλοι γνωρίζουμε πως την ποίηση δεν την καταλαβαίνουμε, την ποίηση τη δεχόμαστε. Η ποίηση δεν αναλύεται. Η ποίηση αγαπιέται. Ας μην πει κανείς «αυτό είναι σαφές», γιατί η ποίηση είναι σκοτεινή. Ας μην πει κανείς «αυτό είναι σκοτεινό», γιατί η ποίηση είναι διαυγής. Είναι ανάγκη να ξεχάσουμε την ποίηση, σε μια λήθη απόλυτη, για να μπορέσει αυτή να πέσει γυμνή στα χέρια μας.

[Το κείμενο της Αννας Ρόζενμπεργκ εκφωνήθηκε στο πλαίσιο της εκδήλωσης που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Θερβάντες της Αθήνας]. 

O Λόρκα στην Ελλάδα

Ο Λόρκα αγαπήθηκε στην Ελλάδα όσο σχεδόν κανείς ξένος συγγραφέας. Όλα του τα θεατρικά έργα έχουν παιχθεί πάνω από μία φορά το καθένα, τα ποιήματά του έχουν σχεδόν όλα μεταφραστεί και μάλιστα πολλές φορές, ενώ αρκετά έχουν μελοποιηθεί και έγιναν μεγάλες επιτυχίες. Η επίδρασή του στο έργο του Ελύτη και του Γκάτσου είναι, θα έλεγε κανείς, κάτι περισσότερο από εμφανής. Τα δύο ποιητικά είδη που αξιοποίησε ο Λόρκα από την αραβική ποιητική παράδοση, η κασίντα και η γκαζέλα, τους επηρέασαν, όχι βέβαια στο αυστηρά μορφολογικό πεδίο αλλά στο πεδίο της εικονοποιίας και της αφηγηματικής πύκνωσης. Η κασίντα, που αναπτύχθηκε από τον προϊσλαμικό πολιτισμό, είναι ένα είδος το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως και σήμερα, όπως άλλωστε και η γκαζέλα. Πρόκειται για ωδή 20-100 στίχων η οποία ξεκινά με ένα προοίμιο που από μόνο του είναι συνήθως ένα ερωτικό ποίημα. Η γκαζέλα είναι λυρικό ποίημα αποτελούμενο από 7-12 στίχους και κατά πάσα πιθανότητα προέκυψε ως επεξεργασμένη μορφή της κασίντας. Ο Λόρκα αφαίρεσε από τα δύο είδη το θρησκευτικό στοιχείο, όμως διατήρησε τον θρηνητικό χαρακτήρα, άλλοτε μέσα από τη συνύπαρξη και άλλοτε μέσα από τη σύγκρουση του έρωτα με τον θάνατο. Η επίδραση και των δύο αυτών ειδών είναι εμφανέστατη κατ' εξοχήν στα τραγούδια του Ελύτη και του Γκάτσου, που, επηρεασμένα από τον τρόπο ανάπτυξης του θέματος όπως εμφανίζεται στα ποιήματα του Λόρκα, λένε και αυτά μια ιστορία. Ομοιότητες υπάρχουν και στον τρόπο που αμφότεροι - ιδιαίτερα ο Γκάτσος - χρησιμοποιούν κάθε φορά τη συναισθησία για να φτιάξουν την εκάστοτε αφηγηματική τους μινιατούρα, που είναι μια εκδοχή του arabesque. 

Μια διαδρομή στο μελοποιημένο, από Έλληνες συνθέτες, έργο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα...
«Στο μαύρο το φεγγάρι/ σπιρούνια των ληστών αρχίζουν τραγούδι/ Μαύρο πουλάρι πού πας τον νεκρό σου καβαλάρη; /Σκληρά είναι τα σπιρούνια του ακίνητου ληστή/ κρύο πουλάρι τι άρωμα ανθισμένου μαχαιριού! / Στο μαύρο το φεγγάρι ματώθηκε η πλαγιά της Σιέρα Μορένα/ μαύρο πουλάρι πού πας τον νεκρό σου καβαλάρη;/ Η νύχτα σπιρουνίζει τη μαύρη της κοιλιά κεντώντας αστέρια/ κρύο πουλάρι τι άρωμα ανθισμένου μαχαιριού! /Στο μαύρο το φεγγάρι μαζί με μια κραυγή, φωτιά του θριάμβου/ Μαύρο πουλάρι πού πας τον νεκρό σου καβαλάρη;» («Το τραγούδι του καβαλάρη», Μουσική: Γιάννης Γλέζος, απόδοση: Λευτέρης Παπαδόπουλος, πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Πουλόπουλος).
Στην ποίησή του φώλιασε η ψυχή της Ανδαλουσίας. Άνθρωποι, πόθοι, πάθη, έρωτες, αγώνες, παραδόσεις, φύση ήταν ο μαγικός ιστός πάνω στον οποίο ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα ύφανε την οικουμενική, αθάνατη ποίησή του. Στα μόλις 38 χρόνια της ζωής του, ο μεγάλος Ισπανός ποιητής πρόλαβε να δημιουργήσει ένα σπουδαίο έργο, που διακρίνεται από βαθιά νοήματα, πανανθρώπινη δυναμική, αμεσότητα, λυρισμό, γλωσσικό πλούτο. Ο Λόρκα πρωτοείδε το φως πριν εκατόν δέκα χρόνια (5 Ιούνη 1898) στο χωριό Φουέντε Βακέρος, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Γρανάδα. Κι εκεί, κοντά στη Γρανάδα, στο χωριό Βιθνάρ, κοντά στην «Πηγή των Δακρύων» βρήκε τραγικό θάνατο πριν από εβδομήντα δύο χρόνια, το πρωινό της 19ης Αυγούστου 1936, δολοφονημένος από τους φαλαγγίτες του δικτάτορα Φράνκο.
Ο ποιητής, που μέσα από την ποίησή του «τραγούδησε» την αγάπη αλλά και το θάνατο, εκείνος που μίσησε το δεσποτισμό και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και όρθωσε το ανάστημά του σε κάθε μορφή αδικίας, αγαπήθηκε ιδιαίτερα στη χώρα μας. Όχι μόνο μέσα από τα μεταφρασμένα έργα του (ποιήματα και θεατρικά) αλλά και μέσα από τα δεκάδες υπέροχα τραγούδια του. Ο Λόρκα είναι ίσως ο πλέον μελοποιημένος ξένος δημιουργός από Έλληνες συνθέτες με αποτέλεσμα η ποίησή του ν' απλωθεί και ν' αγαπηθεί σε ακόμη πλατύτερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Η δύναμη, το περιεχόμενο της ποίησής του ενέπνευσαν Έλληνες δημιουργούς, που απέδωσαν το λόγο του στην ελληνική γλώσσα και τον μελοποίησαν με τέτοιο τρόπο που τον έκανε «δικό μας». Γέννημα ενός τόπου όπου το ποίημα είναι τραγούδι και το τραγούδι πόνος και αγάπη, ο Λόρκα είχε και ο ίδιος στενή σχέση με τη μουσική. Είναι φανερή, εξάλλου, η επίδραση που άσκησαν τα λαϊκά τραγούδια της Ανδαλουσίας στο σύνολο του καλλιτεχνικού του έργου. Τα περισσότερα ποιήματά του μελοποιήθηκαν, ενώ ο ποιητής ασχολήθηκε με την κιθάρα, το παραδοσιακό όργανο έκφρασης της ανδαλουσιάνικης ψυχής. 

Η πρώτη συνάντηση του Λόρκα με τον Γκάτσο, Χατζιδάκι και τον Κουν...
Το ελληνικό μουσικό «ταξίδι» στον ποιητικό κόσμο του Λόρκα ξεκίνησε με τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος μελοποίησε τον «Ματωμένο Γάμο». Η γνωριμία του με το έργο έγινε μέσω της μετάφρασης του Νίκου Γκάτσου (1945). Οι στίχοι επηρεάζουν, συναρπάζουν τον νεαρό Έλληνα συνθέτη, που αρχίζει μέσα του να σχηματίζει τη μουσική. Αργότερα έλεγε ότι «όπως ο Γκάτσος θέλησε να μεταφυτέψει τις ισπανικές προσωδίες στους λαϊκούς ποιητικούς ρυθμούς της γλώσσας μας, έτσι κι εγώ προσπάθησα να προεκτείνω τους ρυθμούς αυτούς στις παντοτινές πηγές της νεοελληνικής ευαισθησίας». Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε από το «Θέατρο Τέχνης» το 1948, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, με τα τραγούδια «Τώρα νυφούλα μου χρυσή», «Νανούρισμα», «Γύρνα, φτερωτή του μύλου», «Κουβάρι, κουβαράκι», «Ήταν καμάρι της αυγής» να αποτελούν την έκφραση μιας πραγματικής δημιουργικής αφομοίωσης του ελληνικού παραδοσιακού μέλους, προσδίδοντας στο λόγο του ποιητή την απαιτούμενη ένταση που του αρμόζει. Η σχέση του Λόρκα και των τραγουδιών του με τους Έλληνες συνθέτες αρχίζει... Ο «Ματωμένος γάμος» του Μάνου Χατζιδάκι θα κυκλοφορήσει στη δισκογραφία πολλά χρόνια αργότερα, το 1965, με ερμηνευτή τον Λάκη Παππά. Ο μεγάλος Έλληνας συνθέτης θα μελοποιήσει και πάλι Λόρκα, το τραγούδι «Πέρα στο θολό ποτάμι» (απόδοση Νίκος Γκάτσος), που συμπεριέλαβε στον κύκλο «Ο Μεγάλος Ερωτικός», με ερμηνεύτρια τη Φλέρυ Νταντωνάκη.
Ο μεγάλος Ισπανός συνδέεται με την «είσοδο» στη δισκογραφία ενός άλλου αξέχαστου Έλληνα συνθέτη, του Μάνου Λοΐζου. Το 1962 ηχογραφεί στην εταιρεία «Philips», το πρώτο του τραγούδι, που δεν είναι άλλο από το «Τραγούδι του δρόμου», ποίημα του Λόρκα, σε ελληνική απόδοση του Νίκου Γκάτσου. Τους στίχους ο συνθέτης, τους έχει «ανακαλύψει» δημοσιευμένους στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης». Το τραγούδησε ο Γιώργος Μούτσιος.

Από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά...
Η επόμενη «συνάντηση» του Ισπανού ποιητή με την ελληνική μουσική γίνεται το 1967, χρονιά που ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί το «Romancero Gitano» («Τσιγγάνικες Παραλογές») - είναι η τελευταία σύνθεσή του πριν τη δικτατορία. Το έργο είχε ήδη μεταφράσει ο Οδυσσέας Ελύτης, ο οποίος απέδωσε ελεύθερα επτά από τα ποιήματα για να γίνουν τραγούδια. Τα τραγούδια «Του ανέμου και της παινεμένης», «Η καλόγρια η τσιγγάνα», «Η κυρά παντέρμη», «Ο Αντόνιο Τόρες Χερέδια στο δρόμο της Σεβίλιας», «Ο θάνατος του Αντόνιο Τόρες Χερέδια», «Του πικραμένου», «Χαμός από αγάπη» ερμηνεύει η Αρλέτα. Η επιβολή της δικτατορίας δεν επέτρεψε τη δισκογράφισή τους, που στην Ελλάδα έγινε πολύ αργότερα, το 1975 με την Μαρία Φαραντούρη και το 1978, με την Αρλέτα. Το έργο γνώρισε δύο ακόμη ηχογραφήσεις στο εξωτερικό (1970, Παρίσι και 1971, Λονδίνο) με ερμηνεύτρια την Μαρία Φαραντούρη - η δεύτερη πιο «κλασική», με τον διεθνούς φήμης κιθαριστή Τζον Γουίλιαμς να τη συνοδεύει στην κιθάρα. Αργότερα, το 1986, ο Μ. Θεοδωράκης μελοποιεί το «Σαντιάγκο» σε ποίηση Λόρκα (απόδοση Μιχάλη Μπουρμπούλη), που ηχογραφείται την ίδια χρονιά, με ερμηνευτή τον Ζωρζ Μουστακί, στο δίσκο «Ένας ποιητής στη Νέα Υόρκη».
Μέσα στη σκοτεινιά της δικτατορίας, το 1969, ο Γιάννης Γλέζος καταθέτει την πρώτη του προσέγγιση στην ποίηση του Λόρκα, μελοποιώντας τους στίχους που είχε αποδώσει στα ελληνικά ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Το αποτέλεσμα ένας εξαιρετικός δίσκος, με τίτλο «12 τραγούδια του Λόρκα», που περιλαμβάνει τραγούδια όπως «Το τραγούδι του καβαλάρη», «Από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά», «Κόρντοβα» κ.ά. Βασικός ερμηνευτής ήταν ο Γιάννης Πουλόπουλος (συμμετείχε και η τραγουδίστρια Έλενα Κυρανά), ενώ η εμπνευσμένη ενορχήστρωση και η διεύθυνση ορχήστρας είχαν τη σφραγίδα του Νίκου Μαμαγκάκη. Το 1974, ο Γιάννης Γλέζος μελοποιεί ένα ακόμη έργο του Λόρκα, το «Αντόνιο Τόρες Χερέδια», με ερμηνεύτρια την Μαρία Δημητριάδη («Η μέρα γέρνει αργόπρεπα», «Τα μαχαίρια» κ.ά.).

Θρήνος και έρωτας...
Αριστούργημα της παγκόσμιας ποίησης, ελεγεία για το θάνατο στην αρένα του φίλου του, αντιφρανκιστή ποιητή και λαοφιλή ταυρομάχου, Ι. Σ. Μεχίας, αποτελεί το έργο του Λόρκα «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας». «Πέντε η ώρα που βραδιάζει./ Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει./ Φέρνει έν' αγόρι το νεκροσέντονο/ (...) Βουβοί σύντροφοι στ' άχαρα σοκάκια/ (...) Κι εσύ του πόνου ω μαύρε ταύρε! Αίμα του Ιγνάθιο παγωμένο!/ Αηδόνι στην καρδιά του μέσα!/ Όχι!/ Δε θέλω να το βλέπω!». Μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Νίκο Γκάτσο, το συγκλονιστικό έργο μελοποιείται από τον Σταύρο Ξαρχάκο (1969). Τότε αποδόθηκε από μικρό συγκρότημα λαϊκών οργάνων, έναν βαρύτονο και έναν αφηγητή, τον Κώστα Πασχάλη και τον Μάνο Κατράκη, αντίστοιχα («Το χτύπημα κι ο θάνατος», «Το σκόρπιο αίμα», «Σώμα στην πέτρα», «Ψυχή φευγάτη»). Ο συνθέτης συνέχισε να εργάζεται πάνω στο έργο, ώσπου αυτό να πάρει την τελική του μορφή, αυτή της λυρικής τραγωδίας σε δύο πράξεις και έξι εικόνες, για συμφωνική ορχήστρα, χορωδία, μέτζο σοπράνο και αφηγήτρια, που παρουσίασε πριν λίγα χρόνια.
Από τις ευτυχέστερες στιγμές της μελοποίησης του Λόρκα στη χώρα μας αποτελεί ο εξαιρετικός δίσκος «Αχ έρωτα» του Χρήστου Λεοντή, που κυκλοφόρησε το 1974 - κι εδώ η απόδοση των ποιημάτων έγινε από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Από τους πιο γνωστούς και διαχρονικούς δίσκους στη μουσική μας Ιστορία, είναι μια «συνάντηση» που αναβλύζει από το λυρισμό, τόσο του Ισπανού ποιητή όσο και του Έλληνα συνθέτη. Τα υπέροχα τραγούδια - ανάμεσά τους τα διαλεχτά «Παραμύθι», «Αβάσταχτο να σ' αγαπώ», «Λούζεται η αγάπη μου», «Μέρα γεμάτη θλίψη», «Αχ έρωτα» κ.ά. - σφραγίστηκαν από τις εκπληκτικές ερμηνείες του Μανώλη Μητσιά και της Τάνιας Τσανακλίδου.
Εξαιρετική υπήρξε και η «συνάντηση» του Νίκου Μαμαγκάκη με τον Λόρκα, μέσα από τον κύκλο «Του έρωτα και του πάθους» (1983), σε μετάφραση Αγαθής Δημητρούκα. Πρώτη ερμηνεύτρια αυτού του δυνατού έργου ήταν η Νένα Βενετσάνου (ανάμεσα στα κομμάτια τα «Γεια σου Σεβίλια», «Οι ρηγάδες της τράπουλας» «Η ταράρα» κ.ά.). Τα τραγούδια «Του έρωτα και του πάθους» κυκλοφόρησαν ξανά από την εταιρεία «Ιδαία 2008» του Ν. Μαμαγκάκη, με τραγουδιστές τον βαρύτονο Τάση Χριστογιαννόπουλο και την Ναταλί Ρασούλη.

Πλήθος μελοποιήσεων...
Από την πληθώρα των μελοποιημένων από Έλληνες συνθέτες έργων του Λόρκα σημειώνουμε, επίσης τα: «Άσμα Ασμάτων» της Τερψιχόρης Παπαστεφάνου (1972). Η Χορωδία Τρικάλων ερμηνεύει το «Τραγούδι του δρόμου». «Η κιθάρα» του Αντώνη Πελεκάνου (1987) με ερμηνεύτρια την Μαρία Αριστοφάνους. «Τραγούδια για φωνή και πιάνο» του Γιώργου Κουρουπού (1988), με ερμηνευτή τον Σπύρο Σακκά (Παραλλαγές», «Πέθανε την αυγή», «Αποχαιρετισμός» κ.ά.). «Σονέτα του σκοτεινού έρωτα» του Δημήτρη Μαραμή (2004), σε μετάφραση Σωτήρη Τριβιζά, με ερμηνευτή τον Μίνωα Θεοχάρη («Η νύχτα δίψασε για ίσκιους», «Νεράιδα», «Γλυκό παράπονο» κ.ά.). «Νυχτολούλουδο» της Θεοδώρας Κουτσοβαγγέλη (2000). Ερμηνεύουν: Ατλαντίδα, Ορφέας, Θ. Κουτσοβαγγέλη, Κ. Μαλλιοκάπη («Στον αγέρα παν», «Τώρα ντύνουνε τη νύφη» κ.ά.). Ν' αναφέρουμε επίσης, το άλμπουμ - αφιέρωμα στον Λόρκα «Του φεγγαριού τα πάθη» της Μαρίας Φαραντούρη (με τα έργα «Ματωμένος Γάμος» του Μ. Χατζιδάκι, «Romancero Gitano» του Μ. Θεοδωράκη και «Canciones Populares του ίδιου του Λόρκα), που εκδόθηκε με αφορμή τα εξήντα χρόνια από το θάνατο του ποιητή.

Τα βιβλία του Λόρκα στα ελληνικά: 

Ποίηση 
Μοιρολόι για τον Ιγνάτιο Σάντσεθ Μεχίας. Μετάφραση Γιώργος Γεωργούσης. Διάττων, 2002. 
Εκλογή ποιημάτων. Εισαγωγή-μετάφραση Τάκης Βαρβιτσιώτης. Εκδοτική Θεσσαλονίκης, 2001. 
Divan del tamarit. Μετάφραση Βασίλης Λαλιώτης. Παρουσία, 2000. 
Romancero Gitano. Μετάφραση Οδυσσέας Ελύτης. Μουσικές Εκδόσεις Ρωμανός, 2000. 
Τσιγγάνικα τραγούδια. Μετάφραση Αργύρης Ευστρατιάδης. Καστανιώτης, 1998. 
Ποιητικά άπαντα (Α+Β τόμ.). Μετάφραση Κοσμάς Πολίτης - Ρήγας Καππάτος. Εκάτη 1997. 
Ποιήματα. Μετάφραση Άρης Δικταίος. Ζαχαρόπουλος, 1996. 
Ο ποιητής στη Νέα Υόρκη. Μετάφραση Βασίλης Λαλιώτης. Σμίλη, 1993. 
Θέατρο και ποίηση. μετάφραση Νίκος Γκάτσος. Ίκαρος, 1990. 
Ποιήματα. Μετάφραση Κοσμάς Πολίτης. Πέλλα, χωρίς χρονολογία. 
Ποίηση. Μετάφραση Απόστολος Σκούρτης. Δαμιανός. 
Ποιήματα του Λόρκα έχει μεταφράσει παλαιότερα και ο Μήτσος Παπανικολάου. Περιλαμβάνονται στο βιβλίο Συλλογικό έργο, μαζί με μεταφράσεις από τον Μακ Λις, τον Βαλερί, τον Χάινε, τον Μποντλέρ, τον Απολινέρ κ.ά. Επιμέλεια Τάσος Κόρφης. Πρόσπερος, 1987. 

Θέατρο 
Το σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα. Μετάφραση Μαίρη Βιδάλη. Δωδώνη, 2001. 
Θέατρο και ποίηση (Ματωμένος γάμος, Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα, Το σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα, Παραλογή του μισοΰπνου, Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας). Μετάφραση Νίκος Γκάτσος. Πατάκης, 2000. 
Δόνια Ροζίτα η ανύπαντρη ή η γλώσσα των λουλουδιών. Μετάφραση Δημήτρης Καλοκύρης. Ύψιλον, 1999. 
Ματωμένος γάμος. Μετάφραση Πάνος Κυπαρίσσης. Κέδρος, 1998. 
Άτιτλο έργο. Μετάφραση Δημήτρης Καλοκύρης. Ύψιλον, 1994. 
Ματωμένα στέφανα. Μετάφραση Γιώργος Σεβαστίκογλου. Δωδώνη, 1989. 
Γέρμα. Μετάφραση Αλέξης Σολομός. Δωδώνη, 1986. 
Δόνια Ροζίτα η γεροντοκόρη ή η γλώσσα των λουλουδιών. Μετάφραση Αλέξης Σολομός. Δωδώνη, 1986. 
Η θαυμαστή μπαλωματού. Μετάφραση Αλέξης Σολομός. Δωδώνη, 1986. 
Μαριάννα Πινέδα. Μετάφραση Κώστας Ζαρούκας. Γρηγόρης, 1971. 
Τα μάγια της πεταλούδας. Οι φασουλήδες του Κατσιπόρρα. Μετάφραση Ιουλία Ιατρίδη. Δωδώνη. 

Δοκίμιο 
Ντουέντε: Ρόλος και θεωρία. Μετάφραση Ολυμπία Καράγιωργα. Εστία, 1998. 
Για τον Λόρκα 
Ιαν Γκίμπσον, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Μετάφραση Σπύρος Τσούγκος, Μικρή Άρκτος, 1999. 
Ιαν Γκίμπσον, Η δολοφονία του Λόρκα, Μετάφραση Βαγγέλης Κατσάνης, Δίδυμοι, 1974. 



ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΝΙΚΟΣ ΒΙΔΑΛΗΣ
ΚΕΙΜΕΝΑ: ΝΑΤΑΣΑ ΞΑΡΧΑΚΟΥ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ, AΝΝΑ ΡΟΖΕΝΜΠΕΡΓΚ,  ΖΩΗ ΠΟΛΙΤΗ
Πηγή: skaipatras.gr

Ημερ. δημοσίευσης: 30-05-2018

Κατηγορία(ες): ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ->ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ

Tags: ποιητής, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα