Ο τίτλος αυτός από ποιητική συλλογή του Ρίτσου, συνοψίζει θαυμάσια τις ιδιότητες ενός πλάσματος όχι και τόσο προικισμένου στην όψη, που συνήθως βιάζεται να συρθεί δειλά πίσω από ένα βράχο, αφήνοντας την απορία του παρατηρητή του τυλιγμένη σ’ ένα σύννεφο από μελάνι.
Το χταπόδι θυμίζει τις ρομαντικές ιστορίες με τέρατα που ντρέπονται για την εμφάνισή τους.

Κοινό χταπόδι (Octopus Vulgaris)

Το χταπόδι ανήκει στα οκτάποδα, τάξη των κεφαλοπόδων. Στα κεφαλόποδα ανήκουν και άλλα αρπακτικά μαλάκια, όπως τα καλαμάρια, οι σουπιές και οι ναυτίλοι. Η ονομασία του είδους προέρχεται από τη θέση των ποδιών γύρω από το στόμα. Τα πρώτα κεφαλόποδα εμφανίστηκαν στην Κάμβρια περίοδο πριν από 570.000.000 χρόνια. Στην αρχή είχαν εξωτερικό κέλυφος σαν το ναυτίλο, που με τον καιρό απέβαλαν καθώς αποκτούσαν μεγαλύτερη ευκινησία. Το χταπόδι επιπλέον, προχωρώντας περισσότερο στην εξελικτική κλίμακα, απέβαλε και το εσωτερικό όστρακο που διαθέτουν τα καλαμάρια και οι σουπιές. Έχει εξαιρετική όραση και το άνοιγμα των πλοκαμιών του φτάνει τα 2 μέτρα στο κοινό χταπόδι (Octapus vulgaris), έως τα 10 μέτρα στο γιγαντιαίο χταπόδι του Ειρηνικού ωκεανού (Octapus dofleini).
Πολύ λίγα ζωντανά πλάσματα έχουν την προσαρμοστικότητα του χταποδιού. Ζει σε όλες τις θάλασσες και τους ωκεανούς, σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη και σε βάθος έως και 5.000 μέτρων. Στην Ανταρκτική μπορεί να συναντήσει κανείς το ίδιο είδος χταποδιού από την επιφάνεια έως και στα 4.000 μέτρα βάθος. Το συνηθισμένο χταπόδι της Μεσογείου (Octapus vulgaris) είναι μοναχικό και ζει στο βυθό από τις ακτές έως και στα 100 μέτρα βάθος. Συνήθως κρύβεται μέσα σε τρύπες βράχων και πολλές φορές φράζει την είσοδο της φωλιάς του με πετραδάκια που μαζεύει με τα πλοκάμια του. Διαθέτει εξαιρετικά πολύπλοκο νευρικό σύστημα και η ευφυΐα του είναι ανώτερη από όλα τα πλάσματα της θάλασσας, εκτός των θηλαστικών. 

Οctopus-macropus

Τα περισσότερα είδη χταποδιού είναι σαρκοφάγα αρπακτικά και τρέφονται με καβούρια, γαρίδες, μύδια και άλλα θαλάσσια ζώα από τρύπες και σπηλιές. Επειδή το χταπόδι είναι δειλό ζώο, πολύ σπάνια αφήνει να το δουν την ώρα που τρώει. Όμως η παρουσία πολλών κελυφών από καβούρια στον πυθμένα της θάλασσας είναι δείγμα της βουλιμίας του. Το χταπόδι, αφού ακινητοποιήσει το θύμα του με τις βεντούζες των πλοκαμιών του, θα χρησιμοποιήσει το ράμφος του, που μοιάζει με αυτό του παπαγάλου, για να δαγκώσει, ανοίγοντας μια μικρή τρύπα στο κέλυφος. Έπειτα θα διοχετεύσει μέσα στο κέλυφος ένα δηλητηριώδες σάλιο που υγροποιεί τη σάρκα, για να μπορέσει μετά να τη ρουφήξει με ευκολία. Πολύ σπάνια το χταπόδι θα δαγκώσει άνθρωπο (τουλάχιστον πολύ πιο σπάνια από ό,τι το αντίθετο), όμως η δαγκωματιά από το ράμφος του μπορεί να περιέχει δηλητήριο. Και αν το δηλητήριο αυτό στις θάλασσες μας προκαλεί ελαφρύ ερεθισμό και μούδιασμα στη χειρότερη περίπτωση, ένα μικροσκοπικό και όμορφο χταπόδι, το «χταπόδι με τις γαλάζιες βούλες» (Octοpus maculosus) στις ακτές της Αυστραλίας δαγκώνει συνήθως θανατηφόρα (μερικοί μάλιστα επιστήμονες το θεωρούν ως το πιο δηλητηριώδες πλάσμα της θάλασσας).



Ένα δείγμα της θαυμαστής φυσιολογίας των οκταπόδων είναι ο μηχανισμός της κίνησής τους. Το χταπόδι εκτοξεύει νερό από ένα χόνδρινο σωληνοειδή αγωγό που βρίσκεται στη βάση του κεφαλιού του και έτσι κινείται προς τα πίσω με μεγάλη ταχύτητα. Όταν βρίσκεται σε κίνδυνο συνδυάζει την εκτόξευση αυτή μ’ ένα παραπέτασμα μελανιού που αφήνει πίσω του για να μπερδέψει τον εχθρό. Πολλοί βιολόγοι μάλιστα πιστεύουν ότι το μελάνι του χταποδιού παραλύει την όσφρηση και την όραση της σμέρνας, που είναι ο ισχυρότερος κυνηγός του μετά τον άνθρωπο. Η σμέρνα, με το μακρύ, εύκαμπτο σώμα της, μπορεί να ακολουθήσει το χταπόδι μέσα στην κρυψώνα του, όπου και είναι ανυπεράσπιστο στα κοφτερά της δόντια. Όμως το χταπόδι κρύβει ακόμα έναν άσο στο πλοκάμι του: τους χιλιάδες χρωματοφόρους σάκους του δέρματός του.


Το δέρμα του χταποδιού, όπως και του καλαμαριού, είναι διάστικτο από χιλιάδες βούλες, τις χρωματοφόρες (κύτταρο δηλαδή με χρωματική ύλη, τα οποία ελέγχει εκούσια για να αλλάζει χρώμα). Μικροσκοπικοί μύες καθορίζουν το μέγεθος και το σχήμα των χρωματοφόρων, ώστε να μπορεί το χταπόδι να αλλάζει χρωματισμούς από βαθύ καφεκόκκινο μέχρι ανοιχτό γαλάζιο. Επίσης, κάτω από τις χρωματοφόρες υπάρχει μια στρώση από πρισματικές πλάκες, που λέγονται ιριδοκύτες, και οι οποίες αντανακλούν το φως του Ηλίου, προσθέτοντας στον πλούτο των χρωμάτων. Ο χρωματισμός του χταποδιού αποτυπώνει τη διάθεσή του: όταν κάποιο θήραμα το πλησιάζει, οι αποχρώσεις του χταποδιού γίνονται εντονότερες για να το προσελκύσει. Όταν πάλι απειλείται, το χταπόδι εκμεταλλεύεται το στιγμιαίο ξάφνιασμα του εχθρού του στην ακαριαία αλλαγή χρωμάτων του για να ξεφύγει. Το χταπόδι μπορεί ακόμα να μιμηθεί με το δέρμα του το ανάγλυφο του περιβάλλοντος χώρου. Έτσι ξεγελάει συχνά το έμπειρο μάτι που το περνά για πέτρα ή θαλάσσιο φυτό.


Τα χταπόδια έχουν κατά καιρούς επιδείξει εξαιρετική ευφυΐα, προσαρμοστικότητα και δυνατότητα μάθησης. Σε πολλά ενυδρεία εργαστηρίων έχουμε δει χταπόδια να ανοίγουν ή ακόμα και να ξεβιδώνουν καπάκια από βάζα για να φάνε την πρωινή τους γαρίδα, ή για να δραπετεύσουν. Λόγω της ευκινησίας τους και της απουσίας σκελετού, έχουμε δει χταπόδια να δραπετεύουν από γυάλινα δοχεία, από σχισμές ή τρύπες που με δυσκολία θα χώραγε έστω και η μύτη του πλοκαμιού τους. Επίσης αποδεικνύονται καλοί μαθητές, γιατί κάθε μέρα περνούν την ίδια δοκιμασία με μεγαλύτερη ευκολία.


Ένα από τα πλοκάμια του αρσενικού χταποδιού διαφέρει από τα υπόλοιπα. Η απόληξή του, που μοιάζει με κουτάλι, λέγεται εκτοκκοτύλη. Η εκτοκκοτύλη περικλείει μικροσκοπικές κύστεις σπέρματος, τις σπερματοφόρες. Κατά τη διαδικασία της αναπαραγωγής, η οποία κρατάει αρκετές ώρες με τα προκαταρκτικά παιχνίδια που μοιάζουν με πάλη, το αρσενικό βυθίζει την εκτοκκοτύλη του στην ωοθήκη του θηλυκού απελευθερώνοντας εκεί τις σπερματοφόρες. Το θηλυκό γεννάει έως 150.000 αβγά, τα οποία θα κρεμάσει σαν τσαμπιά στη φωλιά του και θα μείνει εκεί να τα φυλάει και να τα καθαρίζει φυσώντας νερό με το σιφόνι του μέχρι να εκκολαφθούν.


Τα πλοκάμια του χταποδιού έχουν την ιδιότητα να μπορούν να αναπτυχθούν ξανά, εάν για οποιονδήποτε λόγο του αφαιρεθούν. Οι θαλασσινοί λένε ότι ένα πολύ πεινασμένο χταπόδι εκμεταλλεύεται αυτό το χάρισμα, τρώγοντας λίγο από το πλοκάμι του μέχρι να βρει βρώσιμη λεία. Ο υψηλός βαθμός αυτοσυντήρησης και αντοχής που διαθέτει το πλάσμα αυτό κερδίζει το σεβασμό μας και αυξάνει την περιέργειά μας: ποιος ξέρει πόσες εκπλήξεις μάς επιφυλάσσει ακόμα αυτό το πανάρχαιο σύμβολο της θάλασσας...
 
του Θ. Πιστιόλια
πηγή: history-pages.blogspot.gr

Ημερ. δημοσίευσης: 04-03-2015

Κατηγορία(ες): ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ->ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ-ΚΟΣΜΟΣ, ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ->ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ->ΨΑΡΕΜΑ

Tags: χταπόδι