Search

Ο Γιάννης Ψυχάρης, Έλληνας δημοτικιστής φιλόλογος και λογοτέχνης, υποστηρικτής της Μεγάλης Ιδέας του Ελληνικού Έθνους, γεννήθηκε στις 15 Μαΐου 1854 στην Οδησσό  της Ρωσίας  και πέθανε στις 30 Σεπτεμβρίου 1929 στο Παρίσι. Αγωνίστηκε με επιμονή για την καθιέρωση της τότε περιφρονημένης γλώσσας του λαού, της δημοτικής σε επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους.
Παντρεύτηκε το 1882 με την Noemie Renan, κόρη του Γάλλου επιστήμονα Ερνέστου Ρενάν, με την οποία χώρισε το 1912 και είχαν αποκτήσει δύο γιους που σκοτώθηκαν στον Α΄Παγκόσμιο πόλεμο, τον συγγραφέα Ernest Psichari  τον Michel Psichari, σύζυγο της Suzanne France, κόρης του Anatole France, και μία κόρη, τη συγγραφέα Henriette Psichari, ενώ παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο με την επίσης Γαλλίδα, πολλά χρόνια νεότερη του, Ειρήνη Μπομ, [Irene Baum].

Πατέρας του ήταν ο εμποροτραπεζίτης Νικόλαος Ψυχάρης με καταγωγή από τη Χίο και η μητέρα του Φροσύνη Μπιάζη-Μαύρου, η οποία πέθανε δεκαοχτώ μήνες μετά τη γέννηση του κι ο πατέρας του δεν ξαναπαντρεύτηκε, ήταν από την Ήπειρο. Μετά το θάνατο της μητέρας του, τη φροντίδα του ανέλαβε η γιαγιά του και μητρική του γλώσσα ήταν τα ρώσικα. Τα πρώτα παιδικά του χρόνια τα έζησε στην Οδησσό, όμως έλαβε την εγκύκλια μόρφωσή του στην  Κωνσταντινούπολη  και το 1864 μετακόμισε με τη γιαγιά του και εγκαταστάθηκε κοντά στο θείο του στη Μασσαλία, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Το 1867 εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι όπου από το 1868 έως το 1870) παρακολούθησε μαθήματα κλασικής και γαλλικής φιλολογίας στο Lycée Bonaparte και διακρίθηκε στα μαθήματα των ελληνικών και των λατινικών, ενώ έζησε για διάστημα δέκα μηνών στο Παλέρμο της Ιταλίας με τον πατέρα του, ο οποίος είχε αναλάβει καθήκοντα γενικού πρόξενου της Τουρκίας.

Μετά το Γαλλογερμανικό πόλεμο πήγε το 1871 στη Βόννη για να σπουδάσει Νομικά, όμως αντίθετα με τη θέληση του πατέρα του, δεν τελείωσε τις σπουδές του και μελέτησε γερμανική γλώσσα, φιλολογία καθώς και μεσαιωνική και νεοελληνική γλώσσα και φιλολογία. Επιστρέφοντας στη Γαλλία ειδικεύτηκε στη γλωσσολογία,  [agrégation de grammaire],  πετυχαίνοντας σε διαγωνισμό στον οποίο έγιναν δεκτοί είκοσι εννέα από τους διακόσιους πέντε υποψήφιους, και τη μεσαιωνική και νεοελληνική φιλολογία με δασκάλους τους Saussure και Breal, ενώ γνωρίστηκε και επηρεάστηκε από τον Βίκτορα Ουγκό, [Victor Hugo].

Το 1884 έγινε υφηγητής και αργότερα καθηγητής της νεοελληνικής φιλολογίας και γλώσσας στη Σχολή Ανώτερων Σπουδών στο Παρίσι. Το 1904 έγινε καθηγητής των ίδιων μαθημάτων στη Σχολή των Ανατολικών Γλωσσών, [Ecole des Langues Orientales Vivantes], ενώ από το 1884, είχε γίνει υφηγητής της Γλωσσολογίας στη Σορβόνη, παίρνοντας την έδρα του δασκάλου του και ελληνιστή Εμίλ Λεγκράν, και δίδαξε σ` αυτή μέχρι το θάνατό του. Υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της γαλλικής Ένωσης για τα δικαιώματα του ανθρώπου και αντιπρόεδρος της από το 1907 και συνέβαλλε αποφασιστικά στην αναθεώρηση της δίκης του Άλφρεντ Ντρέυφους, [Alfred Dreyfus], του Εβραϊκής καταγωγής λοχαγού του Γαλλικού στρατού.

Στην Ελλάδα ήρθε για πρώτη φορά το 1886, με αφορμή το συνέδριο του «Φιλολογικού Συλλόγου» Κωνσταντινούπολης, που γιόρταζε τη συμπλήρωση εικοσιπέντε χρόνων από την ίδρυση του. Το συνέδριο δεν πραγματοποιήθηκε μετά από απαγόρευση των τουρκικών αρχών και ταξίδεψε στα νησιά, ενώ επισκέφθηκε και τη Χίο. Με αφορμή την τοποθέτηση του γλωσσολόγου Χατζιδάκι, ότι αγόρασε και δημοσίευσε σαν δική του μελέτη την οποία είχε γράψει κάποιος φοιτητής του, τον προσκάλεσε σε μονομαχία με πιστόλια, την οποία αρνήθηκε ο Γεώργιος Χατζιδάκις. Το γεγονός προκάλεσε επιστολή  του Ψυχάρη την οποία δημοσίευσε στην εφημερίδα «Ακρόπολη», του Βλάση Γαβριηλίδη. Οι σχέσεις του με το Γαβριηλίδη διαταράχθηκαν μετά τα «Ευαγγελικά», και η εφημερίδα σταμάτησε να δημοσιεύει κείμενα και μελέτες του, ώσπου εκδόθηκε το περιοδικό «Νουμάς» του Δημήτρη Ταγκόπουλου, στο οποίο έκτοτε δημοσίευε τις απόψεις του. Το 1914 επισκέφτηκε τα Επτάνησα και το 1925 έκανε το τελευταίο του ταξίδι στην Ελλάδα, από τα τέσσερα συνολικά, και επισκέφτηκε αρκετά μέρη δίνοντας διαλέξεις για το γλωσσικό ζήτημα, και τη Στερεά Ελλάδα για τις μελέτες του.

Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του καθηλωμένος στο κρεβάτι από παραλυτική ασθένεια, ήταν χρόνια διαβητικός και λάτρευε το κακάο και τα μικρά γλυκίσματα, χωρίς να χάσει την πνευματική του διαύγεια. Τα οστά του μεταφέρθηκαν και τάφηκαν το 1932 σε θέση που ο ίδιος είχε διαλέξει έξω από το χωριό Βροντάδο στη Χίο, μια τοποθεσία ανοιχτή προς το πέλαγος και την Μικρά Ασία.  Στην επιτύμβια στήλη του μνημείου του που είναι έργο του γλύπτη Δημητριάδη από άσπρο μάρμαρο, χαράχτηκαν δύο επιγραφές, που ο ίδιος είχε γράψει: «Εδώ μέσα ζει πάντα μαζί σας ο φίλος σας Ψυχάρης»και «Αντίκρυ μου κοιτάζω την Ασία ως που να πάμε μια μέρα και στην πόλη».

Το Αρχείο του περιλαμβάνει περίπου 150.000 φύλλα, και το αποτελούν η αλληλογραφία, τα χειρόγραφα και τα δακτυλόγραφα των έργων του καθώς και αποκόμματα του τύπου, που καλύπτουν την περίοδο από το 1840 ως το 1929. Ο εθνικός ευεργέτης  Εμμανουήλ Μπενάκης αγόρασε το 1924, το σύνολο των βιβλίων της βιβλιοθήκης του, το οποίο αποτελεί παράρτημα της «Βιβλιοθήκης Μπενάκη», περίπου 34.000 τόμους. Η βιβλιοθήκη στεγάζεται  στο κτίριο της Βιβλιοθήκης της Βουλής στο πρώην Καπνεργοστάσιο στην οδό Λένορμαν, ενώ το Αρχείο του φυλάσσεται στην Κεντρική Βιβλιοθήκη στο Μέγαρο της Βουλής.

πηγή: livepedia.gr

Ημερ. δημοσίευσης: 29-09-2020

Κατηγορία(ες): ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ->ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ

Tags: λογοτέχνης