‹‹ Σκοτάδι εξομολόγο με καλεί
πίσω απ ᾿ αυτά που σκέπτομαι.
Φεύγω και παίρνω μαζί μου
το καμπαναριό ολόκληρο
να δονηθώ με την ησυχία μου ››

Κική Δημουλά 


     Στη σημερινή κατάσταση του ομοιομορφοποιημένου εγωκεντρισμού, μια καλλιτεχνική διαδρομή κάποιες φορές βρίσκεται να στερείται φτερών ή να είναι λερωμένη με αίμα ˙ ωστόσο κάθε κατάσταση, όπως και η σημερινή κρίση, που φέρει μέσα της κάτι αληθινό, αποβαίνει να επιδρά υπέρ της τέχνης. Γι᾿ αυτό και τα εικαστικά ίχνη της γλύπτριας Βένιας Δημητρακοπούλου φέγγουν ως αυλακιές δημόσιας διάρκειας.
Η persona της Βένιας Δημητρακοπούλου[1]  θρέφει το μεδούλι της ζωής μέσα από το ακριβοθώρητο στοιχείο της μεγαλοπρεπούς καλλιέργειας : προερχόμενη από οικογένεια δικηγόρων, σπουδάζει μουσική (πιάνο, βιολοντσέλο), θέατρο, καθώς και στην Καλών Τεχνών κοντά στον γλύπτη Θόδωρο Παπαγιάννη. Αρνούμενη να σκεφτεί με όρους μαύρου-άσπρου , καταφάσκει πλήρως στη φλωμπερική γοητεία της σύνθεσης των αντιθέτων. Διαθέτει νηφάλιο πάθος, ακριβολογία και μια αδέσμευτη σκέψη ικανή να διερωτάται μέσα από εικόνες αναγεννημένες, έχοντας  λάβει υπόψη τον ανοιχτό χαρακτήρα της πραγματικότητας.

Βένια Δ (8)

              Η τελευταία της ατομική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη (2014-2015) έχει τον τίτλο ΠΡΟΜΑΧΩΝΕΣ και αφορά ένα έργο το οποίο σηματοδοτεί την αντιπαράθεση της ύλης με το άυλο (όπως η σκιά και ο ήχος), το πώς μπορεί δηλαδή το δεύτερο να γίνει πιο στιβαρό από το πρώτο ˙ με αποτέλεσμα, η στατικότητα του γλυπτού να ‘’ρευστοποιείται’’  δημιουργώντας  φόρμες σε διαρκή κίνηση, σαν τις εικόνες μιας μάχης με αβέβαιη έκβαση. Πράγματι, πρόκειται για μια μνημειακής κλίμακας γλυπτική εγκατάσταση φτιαγμένη από χάλυβα, η οποία, οριοθετώντας το πέρασμα από την άκαμπτη υλικότητα στη ζωντανή performans, δεν στοχεύει να παρηγορήσει αλλά να ερεθίσει το σκέπτεσθαι δημοσίως.

Όσον αφορά την ΜΙΚΡΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ , ένα άλλο σπουδαίο έργο της, η Βένια θα δηλώσει αφοπλιστικά :  ‹‹ οι λέξεις γίνονται ρούχο που ρίχνω επάνω μου και το φορώ και με ζεσταίνει και με μαγεύει και με στενεύει και με παιδεύει ››. Μέσα από τις χάρτινες ‘’σκεπτογραμμές’’ της στην μπλε πολυκατοικία των Εξαρχείων ρίχνει φως στην ομορφιά των γραμμών, συλλαμβάνοντας το μοτίβο της επανάληψης ως μια διαδικασία λύτρωσης.

venia_dimitrakopoulou_mapping_oneself_exh_8 

Είναι αξιοσημείωτο το πώς διαφαίνεται χαρακτηριστικά σε κάθε ‘’σκεπτογραμμή’’ η εντιμότητα της εικαστικής οπτικής της, καθότι το χέρι της ακολουθεί τη ροή της σκέψης καταγράφοντάς την  σαν σεισμογράφος.[2]  Πραγματοποιεί την πρώτη ατομική της έκθεση γλυπτικής στην Αθήνα με μάσκες από πέτρες ηφαιστειακής προέλευσης[3] όπου φροντίζει να αποτυπώσει την ένταση της στιγμής του λόγου πριν την κραυγή, προσωποποιώντας την πέτρα. Εμφατικά θα πει : ‹‹ σπάζοντας τις πέτρες  ένιωσα τον εαυτό μου να σπάζει τα δεσμά τα βαριά που τον καθηλώνουν στο μικρό εγώ του και να ελευθερώνεται ››. Με τη δύναμη της σκέψης, λοιπόν, ο άνθρωπος μπορεί να άρει την καθηλωτική ισχύ της ύλης και να ξεπεράσει τα δεσμά της φύσης. Η Βένια νιώθει να καθοδηγείται από το υλικό, απελευθερώνοντας κάτι που βρισκόταν εγκλωβισμένο για χρόνια ˙ κάτι που βρίσκεται σε σύμπνοια με κείνο που υπερασπιζόταν ο Μικελάντζελο[4] όταν έλεγε πως απεγκλωβίζει την ιδέα αφαιρώντας την περίσσεια ύλη  του μαρμάρου, μέχρις ότου να αναδυθεί η εικόνα στο φως.

Βένια Δ (9) Βένια Δ (10)

Μόνο που η πραγματικότητα δεν είναι απτή σαν την πέτρα. Κι αυτό το γνωρίζει η Δημητρακοπούλου, γι ᾿ αυτό κι αναζητά τρόπους να εξορκίσει τις εμμονές της, όλους εκείνους τους κόμπους που σκαλώνουν ανάμεσα στις σκέψεις της.[5] Το ταρκοφσκικής έμπνευσης βίντεο με το όνομα ΖΟΩΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ (2011),  όπου δυο χέρια (παλάμες) πειραματίζονται με  πηλό, δρα ωσάν μια άλυτη αντινομία αγάπης-μίσους.[6]

Βένια

Σε κανένα έργο της, θα λέγαμε, δεν υφίστανται οι απόλυτα διαφανείς σημασίες, κι ίσως ο χαρακτήρας της δυσαναγνωσιμότητας που το καθένα φέρει να σχετίζεται με την δυσαναγνωσιμότητα  του κόσμου που μας περιβάλλει. Με άλλα λόγια, κάθε της έργο δεν είναι φτιαγμένο για να φεγγίζει ως όνειρο ή ελπίδα,  αλλά  για να λειτουργεί ως ένα παράθυρο προς το επέκεινα της κατανόησης. Εκκινώντας από υλικά α-ποιητικά καταφέρνει να δημιουργεί αντικείμενα ποιητικο-εικαστικής υφής πάνω στις ρεαλιστικές συνθήκες της ύλης. Έργα που δεν μαρτυρούν ουδεμία ‹‹ευφορική ανευθυνότητα της φαντασίας ››[7], τα οποία όμως στέκοντας μεγαλόπνοα, επιβλητικά, απαιτούν από την ίδια την δημιουργό τους να ακούει δεκτικά εκείνη τη φωνή που σε σπρώχνει προς τη συνέχιση της κατασκευής του έργου όσο απραγματοποίητο κι αν φαίνεται.

Η ίδια όλα αυτά τα χρόνια παραμένει ήρεμη, αναμάρτητη δηλαδή δεν αστοχεί, αξεδίψαστη εικαστικά μα και διάτρητη, αλλά –προσοχή! – όχι λυτρωμένη ˙ σαν να θέλει να μας παρακινήσει  ‹‹να σφυρηλατήσουμε έναν κόσμο που πάντοτε απλωνόταν μπροστά μας, με τρόπο αλλιώτικο απ ᾿  αυτόν που τον βλέπαμε την προηγούμενη ημέρα››[8]. Κινούμενη εσωτερικά, όχι μόνο δεν αποσκοπεί  σε ένα συμπερασματικό τέλος εν χρόνω , αλλά  προτιμά να δημιουργεί όταν όλα απειλούνται, αφήνοντας το πνεύμα της έκθετο σε ελεύθερη πτώση για να αποδώσει στο maximum. Ως κάτι που γκρεμίζεται και ξαναφτιάχνεται, έτσι αφουγκράζεται η Δημητρακοπούλου τον υλικό πυρήνα της ζωής. Στοχεύει στο να αφυπνήσει το ‘’είναι’’ (της ζωής), όχι απλά να το εικονοποιήσει˙ επισημαίνει το αληθές, δίχως να το ομολογεί. Το ήθος και το ύφος της συναποτελούν το δικό της ποιοτικό γίγνεσθαι, το οποίο σε επίπεδο εικαστικής γλώσσας υφίσταται ως γκρι του ουρανού ˙ άλλωστε, το εργαστήρι της το κατοικεί με τον τρόπο που κατοικεί κανείς τα όνειρά του. Γνωρίζει ότι διαφέρει το ανεπίκαιρο που είναι λησμονημένο από εκείνο που ᾿ναι κεκτημένο, οπότε και αντλεί από ποικίλες πηγές νοήματος, αφού προσβλέπει στην πολυδιάστατη συνοχή των πραγμάτων :  τα διάφορα υλικά που χρησιμοποιεί είναι πέτρα, μάρμαρο, μέταλλο, ξύλο, γυαλί, χαρτί, ψηφιακή εικόνα και ήχος ˙ επομένως, καταπιάνεται με όλο το υφάδι του αισθητού κόσμου. Ό,τι σκιαγραφεί το βλέμμα της, βρίσκεται να το εκπληρώνει η θέλησή της για δημιουργία.

Βένια Δ (11)

   Αντιλαμβάνεται την γλυπτική ως εμπειρική γνώση που αποκτιέται μέσα από το βίωμα, ενώ τον άνθρωπο ως ύλη γεμάτη από κενό που την κάνει να ομιλεί. Δεδομένου ότι εγκαταλείπει την παραδοσιακή φόρμα για να υιοθετήσει νέους προσανατολισμούς, τολμά να μας απευθύνει ένα κάλεσμα για μια επανερμηνεία (ατελεύτητη) της εξωτερικής πραγματικότητας μέσα από σχεδιασμούς  μη αποκρυπτογραφήσιμους, άθικτους, μη λεχθέντες. Αφού πρώτα εκλάβει την ύλη ως τροφή και σώμα, κατόπιν την απελευθερώνει απ ᾿ την αξιοθρήνητη τάση που έχουμε

Βένια Δ (12)

να της αποδίδουμε συνήθως μονοσήμαντα νοήματα ˙ ο νους της δημιουργού ατενίζει τα υλικά εισχωρώντας στο λανθάνον ‘’είναι’’ που αυτά κουβαλούν, φέρνοντας στην επιφάνεια ένα ενδο-υλικό νόημα. Δια-μορφώνει εκείνα τα υλικά του κόσμου που επιτρέπουν να τον προσεγγίσουμε νοηματικά, υπάγοντάς τα σε μια συνεκτική παρα-μόρφωση. Παρά το ότι η τεχνοτροπία της προσδιορίζεται ανάμεσα από την ηγεμονική ισχύ της ύλης και την αντήχηση του ρυθμού στη μορφή, η ίδια ως μια γλύπτρια που στοχάζεται ομοιάζει με στρατάρχη που στέλνει τους στρατιώτες του στα πεδία της ύλης.


Βένια Δ. (3)

Η  έως σήμερα πορεία της φανερώνει την μετάβαση από εκείνο το status που αφορά τον δημιουργό με προθέσεις στο status του εικαστικού που με ένταση εκφράζεται. Δεν στέργει η καλλιτέχνιδα Δημητρακοπούλου να μείνει αναποφάσιστη μεταξύ της απαίτησης για ρήξη και της απαίτησης για πίστη. Χωρίς να εξαντλεί τον πλούτο της εικαστικής της δυναμικής, κατορθώνει να τιθασεύει τις πάμπολλες εκφάνσεις των εκφραστικών της δυνατοτήτων, αφού προηγουμένως έχει μάθει να διερευνά τα όρια του καλλιτεχνικού της εαυτού με τα δικά της μάτια, κι όχι με μάτια δανεικά. Πειραματίζεται με άνεση προς διαφορετικές κατευθύνσεις, ενόσω η συνείδησή της – γνωστικά – δεν παύει να λειτουργεί ως συνεχής διάνοιξη προς την ελευθερία, συνάμα, κι ως εναντίωση σε κάθε αίσθημα μηδενισμού. Η τέχνη της Βένιας αφενός, ξετρυπώνει  έναν εαυτό μας που όμως δεν αναγνωρίζουμε πια, και αφετέρου, μας ωθεί στο να μην αναπαράγουμε την καθημερινότητά μας με τρόπο στείρο και καθωσπρέπει. Από πόστο ενδόμυχο επιχειρεί επιδρομές στην ανυπαρξία, προκειμένου να λαξεύσει την δική της πραγματικότητα. Αναμφίβολα ενστερνίζεται όλες εκείνες τις ατέρμονες και ασυνεχείς πλοκές που κάνουν την εμφάνισή τους στη ζωή μας ˙ συνεπώς, η συμβολή της, πέρα από κοινοτοπίες του υγιούς νου και μακριά από το βιαιογόνο χάσμα μεταξύ σκοπών και μέσων, έγκειται στο ανείπωτο του κάτι παραπάνω. Αν ως ανθρώπινα όντα διακρινόμαστε για μια ‘’απουσία’’, η τελευταία δείχνει να σμιλεύεται κατ ᾿ εξακολούθηση από την Βένια Δημητρακοπούλου, για όσο χρόνο θα σιγοψιθυρίζει με τη φωνή της Δημουλά :  ‹‹ κάθομαι στο άδειο παγκάκι με μιαν ηλιαχτίδα./Παλιά μου συμμαθήτρια/όμως αυτή πώς τα καταφέρνει/και μένει από τότε, όλο στην ίδια ωραία τάξη››. 

 

ζΙΩΓΑΣ  αΠΟΣΤΟΛΟΣ
βιολόγος
Αύγουστος 2016


[1] Βλ. την άρτια ενημερωμένη ιστοσελίδα της στο www.dimitrakopoulou.com
[2] Να επισημανθεί η άκρως αξιόλογη συμμετοχή της στον συλλογικό τόμο MIRRORS : ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΣΕ ΚΡΙΣΗ, εκδ.Αλεξάνδρεια.
[3] Τις λεγόμενες μαυρόπετρες
[4] Ο γνωστός Μιχαήλ  Άγγελος
[5] Βλ. το έργο Viens (Έλα) με τις δύο φιγούρες που χωρίζονται από νερό
[6] Βλ. την  αφάνταστα πρωτότυπη ΚΛΙΝΗ ΤΗΣ ΑΥΠΝΙΑΣ (insomnia  bed)
[7] Μίλαν Κούντερα, ΟΙ ΠΡΟΔΟΜΕΝΕΣ ΔΙΑΘΗΚΕΣ,μτφ.Γ.Η.Χάρης, τέταρτη έκδοση, εκδ.Εστία, σελ.102
[8] Νόρμαν Μέιλερ, Η ΜΑΓΙΣΣΑ ΤΕΧΝΗ,μτφ. Ιλάειρα Διονυσοπούλου, εκδ.Καστανιώτη,σελ.230

Ημερ. δημοσίευσης: 08-08-2016

Κατηγορία(ες): ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ->ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ, ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ->ART GALLERY

Tags: γλύπτρια, Βένια Δημητρακοπούλου