Τι συμβαίνει στη ζωή μας όταν στερείται από  τη βασικότερη «συγκολλητική ουσία»  που είναι η αγάπη;  Την αναζητάμε διαρκώς,  απαντάει η Αναστασία Μουτσάτσου. Την αναζητάμε τόσο επιτακτικά  που είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε ακόμη και τον εαυτό μας αντί πινακίου φακής . Σε λάθος πρόσωπα συνήθως.
Στην πρώτη της συγγραφική προσπάθεια η Αναστασία συμπτύσσει συναισθήματα και σκέψεις σε έναν συγκινητικό μονόλογο που ζωντανεύει επί σκηνής  η Μυρτώ Αλικάκη . Μία γυναίκα αλά «λέων», τα λέει εκείνη για να  χτυπήσει η  καρδιά των πολλών.
Στη παράσταση του  «Γυάλινου» θα δούμε  τρεις γυναίκες. Η  Μυρτώ Αλικάκη στον κεντρικό ρόλο και εκατέρωθεν οι …εαυτοί της,  Φωτεινή Βελεσιώτου και  Αναστασία Μουτσάτσου που κάνουν σχόλια , «δίνουν πάσες» στο κείμενο και (βασικά) τραγουδούν.  Γυναίκα και στη σκηνοθεσία.  Η Ελένη Γκασούκα, δοκιμασμένη και επιτυχημένη στο μουσικο/θεατρικό χώρο, μοιάζει σαν η πιο φυσική τέταρτη για να κλείσει το «καρέ». Δύο ώρες και κάτι για μια γυναικεία υπόθεση μετά μουσικής (τα τραγούδια επέλεξε η Αναστασία), διαδρομή δύσκολη, πολλές φορές  ακραία, με όλα τα δεινά του κόσμου σε μια πλάτη.
Με αφετηρία μια σκληρή παιδική ηλικία και  μια επίπονη ενηλικίωση η συνέχεια μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη : Mια σκυμμένη, φοβισμένη γυναίκα που  δεν της τοχεις ότι θα αντιδράσει. Δεν της τόχεις ότι θα θέλει, καν… Αναμνήσεις, αυτοσαρκασμός, θυμός, θλίψη  και δάκρυα. Και στο βάθος του τούνελ το φως. Ποιο είναι αυτό; Ποιο άλλο, από τα να σταθείς τελικά με τόλμη μπροστά στον καθρέφτη κι αφού τον σκουπίσεις καλά, να σε κοιτάξεις στα μάτια, και να πεις «τόσες  γυναίκες μέσα μου, όλες εγώ,  η μία». Κι αυτή την μία να την αγαπήσεις . «Από κει ξεκινάνε όλα» θα μου πει αργότερα η Αναστασία. «Αν δεν έχεις ζήσει από παιδί με την συγκολλητική ουσία της αγάπης,   ξεγελιέσαι κάθε φορά και νομίζεις ότι την βρήκες. Μόνον  όταν μάθεις να σε αγαπάς  συνειδητοποιείς ότι πρέπει να σε προστατέψεις. Και μόνο τότε δεν αφήνεσαι να «πέσεις»  στα ψίχουλα που σου δίνουν. Θες πρώτα να θέλεις εσύ.
Κατεβαίνω στο Γυάλινο ώρα μεσημεριανή και από το εκθαμβωτικό φως της ηλιόλουστης Συγγρού με χτυπάει το σκοτάδι της υπόγειας αίθουσας. Η σκηνή είναι φωτισμένη και η φωνή  της  μικροκαμωμένης  αλλά νευρώδους γυναίκας που κινείται πάνω κει (Μυρτώ Αλικάκη) φτάνει στα αυτιά μου δυνατή. Ο θυμός της μιλάει : «Αν είσαι μάγκας σήκω και φύγε ρε, να ΄δώ τι σκατά θα κάνεις μόνος σου! Που θέλεις τη δούλα να σε πλένει για να πηγαίνεις αλλού να κάνεις τον όμορφο.Μαλάκα» !
Η φωνή χαμηλώνει, το βλέμμα επίσης και καθώς  πλησιάζει προς το κοινό , λέει με μια αίσθηση ντροπής «Τα σκεφτόμουν δεν τάπα ποτέ. Κι αν έφευγε; Α ρε μάννα, με μπόλιασες !». Το λόγο παίρνουν τα όργανα και το ρυθμικό μοτίβο της εισαγωγής του  «τι παράξενη κοπέλα είσαι συ» του Χιώτη απλώνεται μέσα στην αίθουσα σαν γιατρικό . Η  Αλικάκη περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της , χορεύει. ‘Ένας  δικός της πρωτόγονος χορός, σαν ξέσπασμα που καταλήγει στα πόδια . Η οργή μπορεί καμιά φορά να βγαίνει σ αυτό το ρυθμικό μπαμ μπαμ, των τακουνιών πάνω στο πάτωμα . Η  Ελένη Γκασούκα παρεμβαίνει : «πιο δυνατά, πιο θυμωμένα κάπως  έτσι” της λέει   -και αρχίζει κι εκείνη  να χορεύει και να χτυπάει τα μποτάκια της στο δάπεδο . Η σκηνή επαναλαμβάνεται, ολόκληρη και πιο  φορτισμένη. «Μαλάκα» λέει η Αλικάκη κι αυτό το «…λάκα» έχει τόνους οργής που εντός ολίγου θα  ξεσπάσει στα πόδια της .  Η συνέχεια γράφεται με την  Αναστασία Μουτσάτσου (εκ  δεξιών της σκηνής) να τραγουδάει   σιγανά, σχεδόν λυπημένα το κομμάτι του Χιώτη  (τι παράξενη κοπέλα είσαι εσύ/ τι μεράκια έχεις και σε βασανίζουν) δίνοντας στο επόμενο βήμα την σκυτάλη, στην τρίτη της παρέας, που κάθεται στην αριστερή άκρη της σκηνής. Αδρή φωνή, βαθειά και ταυτόχρονα γεμάτη τρυφερότητα και μνήμη, η Φωτεινή  Βελεσιώτου μπαίνει στο παιχνίδι με το «Σιγά τις μαχαιριές» (σιγά τις μαχαιριές μες την καρδιά μου φίλε/κι αφού σταλιά δεν μ αγαπάς/ και μ άλλη τώρα περπατάς/ κι εσύ φονιάς μου γίνε). Πάρα πολύ ωραία δεμένο όλο αυτό, δίνει ακόμα μια ανάσα στο θεατή με τα λαiκά «Κάποια Μάνα» , «Μην κλαις και μην λυπάσαι» (του Ανδριόπουλου ) για να περάσουμε και πάλι στην πρόζα. «Και κει που κατρακυλούσα στην απελπισία» λέει η Αλικάκη –«άιντε πάλι», την ειρωνεύεται η Φωτεινή κοιτώντας απευθείας μπροστά της- «γεννήθηκε το κοριτσάκι μου. Και της φόρτωσα στην πλάτη την ελπίδα για λίγη ευτυχία».
Παρακολουθώ την παράσταση και σημειώνω. Κάποια στιγμή, θα αναρωτηθώ «μα γιατί να φτιάξεις μια ιστορία όπου η γυναίκα περνάει τόσο ακραίες καταστάσεις;  Bιασμός στην παιδική ηλικία, φτώχεια,  πορνεία αργότερα, άτυχος γάμος ( βίαιος και αδιάφορος σύζυγος)  κλπ κλπ. Αντανακλούν όλα αυτά  τη διαδρομή μιας σημερινής γυναίκας; Eίναι προϋπόθεση για  να φτάσει στη ζητούμενη εσωτερική της απελευθέρωση;
«Ήθελα να φτιάξω έναν μονόλογο» (απαντάει η Αναστασία) «που θα ήταν ενδιαφέρον και για τον ηθοποιό. Δεν θα ήταν προκλητικό  σε άλλη περίπτωση. Όχι κι ότι δεν συμβαίνουν δίπλα μας όλα αυτά… Δυστυχώς συμβαίνουν. Άλλωστε τα πάντα ξεκινούν από την προβληματική παιδική ηλικία. Είναι σαν να σε μαθαίνει η οικογένεια σου ότι το φυσιολογικό είναι να χειραγωγείσαι. Και μετά αναπαράγεις  κι εσύ το "μοντέλο" στα παιδιά σου».
Η αλήθεια είναι ότι μέσα στο κείμενο υπάρχει ο πλούτος και οι ανατροπές μιας διαδρομής που φτάνουν και τις δικές μας ζωές. Γυναικείοι φόβοι και αναστολές. Αποδοχή μιας ζωής που στάζει καθημερινά λίγο λίγο το δηλητήριο της, λάθη που επαναλαμβάνεις και αναμονές που  φορτώνεις  -άθελα σου-  στις πλάτες των παιδιών σου. Παιδιά που παλεύουν να σταθούν κι αυτά σε  μια κινούμενη άμμο…
«Τι νάχω ρε μαλάκα, τι μάνα μου έχω να μου τα πρήζει… μη αυτό μη το άλλο πού θα πας, με ποιους θα ‘βγεις… και ο μαλάκας ο πατέρας μου, μόνο χριστοπαναγίες και τσαμπουκά. Άντε να διαβάσεις εδώ μέσα, το Χριστό μου. Να τελειώσω τη σχολή και να ρίξω μαύρη πέτρα ρε πούστη μου να μη τους ξαναδώ ποτέ!!!».
Ο μονόλογος  «Γυναίκες» έχει ζουμί (ναι ναι και μπόλικο δάκρυ) και γεύση ζωής που θες να την ξεχάσεις. Ήταν ιδέα της Μουτσάτσου όταν είδε,τελείως τυχαία, ένα δελτίο τύπου για τον πρώτο πρώτο δίσκο της Φωτεινής Βελεσιώτου, το 2005, όταν το όνομα της (της  Φωτεινής ) έπαιζε μόνο στους φαν του ρεμπέτικου. «Την εποχή που ο Μιχάλης Νικολούδης δούλευε με την Φωτεινή τον δίσκο τους «Γυναίκες», δούλευε και  ‘γω μαζί του» θυμάται η Αναστασία. «Κάπως έτσι γνώρισα και το όνομα της Φωτεινής. Σκέφτηκα λοιπόν να κάνω έναν μονόλογο με αφορμή αυτόν τον δίσκο. Την ιδέα την έμαθαν  πρώτες η Μαργαρίτα Μάτσα και η Λία  Χατζηδημητρίου από την EMI  και ενθουσιάστηκαν» . Όλα βέβαια είναι θέμα timing. Καμιά φορά και κακού…
Ένας θάνατος  ( της πιο κοντινής της φίλης), μπορεί να σε ακινητοποιήσει για ένα διάστημα, αλλά αν βρεις τη δύναμη να πας παρακάτω, πας για τα καλά. Παρακάτω.  Έκλαψε η ίδια, έκλαψε και η Φωτεινή Βελεσιώτου όταν  διάβασε τον μονόλογο.  Όχι δεν είναι αυτοβιογραφικό το κείμενο (εννοείται) αλλά έχει στοιχεία από τη ζωή της. Από τους πόνους και τις χαρές της παιδικής της ηλικίας, από την μητέρα της, από τις  επιλογές της ενήλικης ζωής της. Γιατί (κατά την γνώμη μου πάντα) η Αναστασία Μουτσάτσου είναι μια γυναίκα που ενώ έχει κοινά με τις «Γυναίκες» που έτρεξαν στο χαρτί της, διαφέρει σε ένα πολύ βασικό: επιλέγει εκείνη. Εκείνη επέλεξε να αναμετρηθεί με τον εαυτό της κάνοντας κάτι για πρώτη φορά (μονόλογος) , εκείνη πλησίασε την Φωτεινή και την Ελένη, εκείνη τα ονειρεύτηκε.  Γι αυτό τώρα μπορεί να είναι ευγνώμων για αυτό  που ζει .«Είμαι τόσο τυχερή που ανέλαβε την παράσταση μια σκηνοθέτις με την αισθητική και το βάθος της Ελένης ( Γκασούκα) λέει. «Είναι το πρώτο μου κείμενο. Και ανεβαίνει, έχοντας στο πλάι μου την Φωτεινή, την Μυρτώ και σκηνοθέτη την Ελένη».
Κλακέτα και πάλι, η μουσική παίρνει τον λόγο ( «Εγώ δεν είναι ποιητής») η Ελένη Γκασούκα χρονομετράει το τραγούδι και ετοιμάζεται για την επόμενη πράξη.«Εκεί, στην άκρη θα υπάρχει ένα δέντρο με ξερά κλαδιά που κάποια στιγμή θα φωτιστεί» μου λέει. Σωστά σκέφτομαι.  Άλλο παράσταση, άλλο κείμενο. Κι ενώ το  σκέφτομαι, πάει  το μυαλό μου στο πώς θα μεταμορφωθεί ο χώρος, όταν θα είναι όλα έτοιμα και θα γεμίσει από δεκάδες γυναικείες παρέες. Έχουμε και λέμε κορίτσια.  Πάρτε ανάσες, κάντε ένα ταχύρυθμο στο έτερον ήμισυ (να είναι προετοιμασμένο, αν θέλει να ακολουθήσει) και πάρτε σειρά. Κάθε Δευτέρα και Τρίτη οι «Γυναίκες» παίρνουν τον λόγο.

Σκηνοθεσία: Ελένη Γκασούκα  Ιδέα- κείμενο: Αναστασία Μουτσάτσου. Σκηνογραφική και ενδυματολογική επιμέλεια: Μαρία Φιλίππου. Σχεδιασμός φωτισμών: Κατερίνα Μαραγκουδάκη. Καλλιτεχνική υποστήριξη: Πάνος Σουρούνης

31 Οκτωβρίου 2016 
ΓΥΑΛΙΝΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ, Λ. Συγγρού 143, Ν. Σμύρνη, Αθήνα 

Χάρη Ποντίδα
πηγή: tospirto.net

Ημερ. δημοσίευσης: 20-10-2016

Κατηγορία(ες): ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ->ΘΕΑΤΡΟ

Tags: θεατρική παράσταση, Αναστασία Μουτσάτσου