της Βικτώριας Τράπαλη

Με το πρόσωπο στραμμένο στον ουρανό, 
μετράω τους Υπερμάχους.
Ξεκληριστήκαμε γρήγορα.
Τόσο που δεν πρόλαβα να δω τους νεκρούς μου πεθαμένους.

Τα μακριά ταξίδια μου μέσα στη νύχτα.
Ακολουθώντας το φέρετρο της μαμάς από Αθήνα για Βόλο.
Οδηγώντας από Λευκάδα για να προλάβω την κηδεία του πατέρα.

Της μαμάς της είχαν σπάσει μετά το θάνατο όλα της τ' αγγεία 
κι είχε γεμίσει μελανιές το κορμί της (τις κάλυπταν με λουλούδια).
Της είχαν φορέσει το φουστάνι που είχε ράψει για τον γάμο του Γιάννη.
Στον ύπνο μου την είχα δει μια φορά ετοιμοθάνατη,
να της βάφουν τα μάγουλα για να μη είναι πολύ χλωμή.

Ο πατέρας μου κι εγώ.
Νεκροί, χωρίς χάδια πια.
Εκείνος στο φέρετρο.
Εγώ πάνω του να τον κοιτάω.
Χλωμός
Ζαρωμένος
Γέρος
Εκατό χρόνια πιο γέρος από ό,τι πριν τέσσερις μέρες.
Και τα μαλλιά του δεν ήταν καλοχτενισμένα.
Πώς να παραστήσω τα μαλλιά του που δεν ήταν καλοχτενισμένα;
Όταν πήγαινες να τον χαϊδέψεις στο κεφάλι τραβιόταν.
Μην του τα χαλάσεις
Τα καλοχτένιζε και τα ματακαλοχτένιζα.

Έχει ζαρώσει.
Το μπόι του, οι πλάτες του έχουν μαζέψει.
Και έχει μια σφιγμένη έκφραση
που δεν την έχω ξαναδεί
ποτέ δεν ήταν τόσο αυστηρός.
Τα μαλλιά του δεν ήταν καλοχτενισμένα.
I feel pain all over.

Θα φορέσω τ' άσπρα μου να βγω στους δρόμους.
Άσπρα σαν το πρόσωπό του, (με λίγο κίτρινο εδώ κι εκεί, με λίγες μωβ σκιές)
Και τα μάγουλά μου θα τα αλείψω με κοκκινάδι -χτυπητό-
σαν εκείνο που είχα δει στον ύπνο μου να βάζουνε στη μητέρα για να μην τους πεθάνει χλωμή.
Και θα αναφέρομαι συνέχεια σε λεφτά, κληρονομιές, αντιμιλίες.
Να μην το καταλάβω ακόμα.
Όχι ακόμα.
Δώστε μου χρόνο.


Ημερ. δημοσίευσης: 08-02-2017

Κατηγορία(ες): ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ->ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ

Tags: Βικτώρια Τράπαλη