Οι μισοί από τους φίλους μου είναι νεκροί.
Θα σου δώσω καινούριους, είπε η γη.
Όχι, δώσε μου καλύτερα εκείνους πίσω,
όπως ακριβώς ήταν με όλα τους τα ελαττώματα, φώναξα.

Απόψε μπορώ ν’ αποσπάσω κάτι απ΄ τις ομιλίες τους
από το εξασθενημένο βουητό των κυμάτων ανάμεσα απ’ τα καλάμια,
μα δεν μπορώ να περπατήσω στα φεγγαρόλουστα φύλλα του ωκεανού
εκεί κάτω σ’ εκείνον τον άσπρο δρόμο μόνος
ή να επιπλεύσω με το ονειρικό συναίσθημα που έχουν οι κουκουβάγιες όταν αφήνουν το βάρος αυτού του κόσμου.

Ω, γη ο αριθμός των φίλων που κρατάς υπερβαίνει εκείνους που περιμένουν ν΄αγαπηθούν.
Τα θαλάσσια καλάμια δίπλα στο βράχο λάμπουν πράσινα κι ασημί.
Εκείνα ήταν τ’ αγγελικά δόρατα της πίστης μου,
αλλά έξω από κάτι που χάνεται, κάτι δυνατότερο βγαίνει το οποίο έχει τη λογική ακτινοβολία μιας πέτρας και του διαρκούς φεγγαρόφωτος,
πέρα απ’ την απελπισία, δυνατό σαν τον άνεμο,
που ανάμεσα απ’ τα χωρισμένα καλάμια φέρνει εκείνους που αγαπάμε εμπρός μας,
όπως ακριβώς ήταν, με όλα τους τα ελαττώματα,
όχι ωραιοποιημένους, απλά εκεί. 

Ντέρεκ Γουόλκοτ (Βραβείο Νόμπελ 1992)
Μετάφραση: Κατερίνα Καντσού
φωτο Aegina Light, Βαγία Αίγινας


Ημερ. δημοσίευσης: 20-03-2018

Κατηγορία(ες): ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ->ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ

Tags: ποίηση, ποίημα