Μέσα στη φωτιά και το αίμα της Επανάστασης τον 1821 άνθησε ένα ειδύλλιο μεταξύ της Μαντώς Μαυρογένους και τον Δημητρίου Υψηλάντη. Οι δύο νέοι αγαπήθηκαν με πάθος. Ο έρωτάς τους, όμως, μετά από πολλές δραματικές φάσεις, είχε τραγική κατάληξη. 

Υπάρχει  η υποψία ότι η δυσαρέσκεια που προκάλεσε σε ορισμένους ισχυρούς κύκλους ο ερωτικός της δεσμός με τον Υψηλάντη ήταν η αιτία να αποσιωπηθούν τα τυχόν πολεμικά της κατορθώματα, αλλά αυτό δεν είναι δυνατόν να επι­βεβαιωθεί.

Η πρώτη γνωριμία της Μαντώς με τον πρίγκιπα Δημήτριο Υψηλαντη ενδεχομέ­νως πραγματοποιήθηκε στην Τεργέστη, στο σπίτι του πατέρα της, όταν ο πρίγκιπας ετοιμαζόταν να κατέλθει στην Ελλάδα ως πληρεξούσιος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής της Φιλικής Εταιρείας. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να εξακριβωθεί από καμία υ- πάρχουσα πηγή. Ο Νικόλαος Κασομούλης βεβαιώνει ότι, όταν ο ίδιος και ο υπασπι­στής του Δημητρίου Υψηλαντη, Γρηγόριος Σάλας, μετέβησαν στα νησιά του Αιγαίου αναζητώντας οικονομικούς πόρους για την ενίσχυση του Αγώνα στη βόρεια Ελλάδα, τους φιλοξένησε στη Μύκονο η οικογένεια της Μαντώς, που είχε επιστρέφει από την Τεργέστη στην ιδιαίτερη πατρίδα της, ώστε να προσφέρει ό,τι μπορούσε στην Επανάσταση.

Η οικογένεια Μαυρογένη παρέδωσε στους απεσταλμένους του πρίγκιπα 3.000 γρόσια. Από την ημέρα εκείνη η νεαρή γόνος των Μαυρογένηδων, ωθούμενη από σπάνιο πατριωτισμό και ασυγκράτητο ενθουσιασμό, δεν σταμάτησε να προσφέρει στον απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων. Ξόδεψε όλη της την περιουσία για τον ε­ξοπλισμό πλοίων και τη συγκρότηση ένοπλου σώματος συμπατριωτών της που συμ­μετείχε σε πολλές μάχες της Επανάστασης. Παρά το ότι είχε ανατραφεί μέσα στον πλούτο και τις ανέσεις και ενώ μπορούσε να λάμψει με την ομορφιά και το καλλιεργημένο πνεύμα της στα σαλόνια της Βιέννης και του Παρισιού, αυτή «λαχταρά», ό­πως έγραφε στην περίφημη έκκλησή της προς τις Γαλλίδες γυναίκες υπέρ του ελληνικού Αγώνα, «για μια ημέρα μάχης όπως αυτές ποθούν μια νύχτα χορού».

Τον Ιούλιο του 1822 ο Μαχμούτ πασάς, ο επονομαζόμενος Δράμαλης, εισέβαλε στην Πελοπόννησο, επικεφαλής 30.000 εμπειροπόλεμων ανδρών, με αποστολή να καταστείλει την Επανάσταση. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο οποίος κλήθηκε να α­ντιμετωπίσει την τουρκική απειλή, συνέλαβε ένα ευφυές σχέδιο συνεχούς παρενό­χλησης και φθοράς του αντιπάλου, που, σε συνδυασμό με την καταστροφή όλων των πηγών διατροφής και ύδρευσης στην Αργολική πεδιάδα, θα προκαλούσε την υ­ποχώρησή του στην Κόρινθο. Ενα από τα βασικά σημεία του σχεδίου του ήταν να προκαλέσει καθυστέρηση στην προσπάθεια των Τούρκων να καταλάβουν το φρού­ριο του Αργους, ώστε να προλάβει ο ίδιος να προετοιμασθεί για την αντιμετώπισή τους. Ηγετική μορφή της άμυνας του Αργους αναδείχθηκε ο Δημήτριος Υψηλάντης. Η λαϊκή παράδοση και η ρομαντική φαντασία των ξένων ιστοριογράφων της εποχής θέλουν και τη Μαντώ μεταξύ των υπερασπιστών του φρουρίου, όπου και τοποθε­τούν την αρχή του πολύκροτου ειδυλλίου της με τον Υψηλάντη. Πάντως, σε καμία πηγή δεν αναφέρεται ότι η Μαντώ βρισκόταν μέσα στο κάστρο, χωρίς βέβαια να θε­ωρείται και απίθανο η διψασμένη για δράση επαναστάτισσα να έσπευσε να λάβει μέ­ρος στη δύσκολη προσπάθεια της απόκρουσης του Δράμαλη.

Μετά από δωδεκαήμερη αντίσταση οι πολιορκημένοι κατάφεραν να διαφύγουν από το φρούριο, έχοντας φθείρει και καθυστερήσει σημαντικά τις τουρκικές δυνά­μεις. Η Μαντώ, ακολουθώντας ίσως συμβουλή του Υψηλάντη, επέστρεψε στη Μύκο­νο. Από εκεί συνέταξε τις περίφημες επιστολές της στις γυναίκες της Αγγλίας και της Γαλλίας, επιδιώκοντας να προκαλέσει τη συμπάθειά τους για το αγωνιζόμενο έ­θνος. Την εποχή εκείνη πολλοί φιλέλληνες την επισκέφθηκαν στη Μύκονο. Μεταξύ αυτών ήταν οι Μάξιμος Ραιμπώ και Πουκεβίλ. Ολοι υπέκυψαν στη γοητεία της, εκδή­λωσαν τον ενθουσιασμό τους και έπλεξαν πραγματικούς διθυράμβους για τη φυσι­κή της ομορφιά, την πνευματική της καλλιέργεια, αλλά, κυρίως, για την πατριωτική της θέρμη.

Μετά τη συντριβή του Δράμαλη στα Δερβενάκια και την απελευθέρωση του Ναυπλίου, η Μαντώ μετέβη στην Τήνο. Εκεί συγκέντρωσε μεγάλα χρηματικά ποσά για τον Αγώνα και στη συνέχεια πήγε στο Ναύπλιο και εγκαταστάθηκε σε ένα φτωχι­κό οίκημα απέναντι από το σπίτι που είχε παραχωρηθεί στον Υψηλάντη. Η καλύτερη περίοδος για τον έρωτα των δύο νέων μόλις είχε ξεκινήσει.

Ο δαιμόνιος πολιτικός Ιωάννης Κωλέττης υπέθεσε πως ο έρωτας της Μαντώς υπέκρυπτε κάποια ιδιοτέλεια. Πιθανώς ήθελε να παντρευτεί τον πρίγκι­πα, να ενωθεί με το γένος των Υψηλάντηδων, ώστε να επηρεάσει τον λαό, και να α­νέλθει μαζί με τον σύζυγό της ως τα ανώτατα αξιώματα. Ισως να επιδίωκε ακόμη και την ηγεμονία της χώρας. Ενα τέτοιο, όμως, ενδεχόμενο πιθανότατα θα έφραζε τον δικό του δρόμο προς την εξουσία. Αποφάσισε, λοιπόν, να διαλύσει πάση θυσία αυ­τόν τον δεσμό. Στην απόφασή του τον βοήθησαν ιδιαίτερα δύο γεγονότα. Το ένα ή­ταν η διαρκής επιδείνωση της υγείας του Υψηλάντη (ο οποίος υπέφερε από χρόνια πάθηση των πνευμόνων) και το άλλο η λαϊκή κατακραυγή που προκαλούσε το γεγο­νός ότι οι δύο νέοι δεν είχαν επισημοποιήσει τη σχέση τους. Η Μαντώ, η οποία αντι­μετώπιζε εντονότερες επικρίσεις, ζήτησε από τον Υψηλάντη να τη νυμφευθεί. Εκείνος προσπάθησε να της εξηγήσει πως οι στιγμές ήταν κρί­σιμες και δεν μπορούσε να τη νυμφευθεί τη στιγμή που η πατρίδα χανόταν. Επειδή, όμως, αντιμετώπισε την οργή της, της έδωσε έγγραφη υπόσχεση για γάμο, όταν οι συν­θήκες θα το επέτρεπαν. Την ίδια περίοδο ο Κωλέττης προ­σέγγισε τους πιστούς σωματοφύλακες του Υψηλάντη και με ψεύτικη λύπη τούς ανέφερε ότι κινδύνευε η υγεία του αρχηγού τους, λόγω αυτού του δεσμού και ότι το όνομά του είχε εξευτελισθεί στον λαό του Ναυπλίου, ο οποίος τον έβλεπε να κυνηγά τη «φραγκοντυμένη» Μυκονιάτισ σα. Τα επιχειρήματά του δεν άργησαν να τους πείσουν, και μια νύκτα κατά την οποία ο πρίγκιπας έλειπε σε περι­πολία στους Μύλους, μερικοί άνδρες του εισέβαλαν στο σπίτι της Μαντώς, τη μετέφεραν στο λιμάνι και την επιβί­βασαν βίαια σε ένα πλοίο που απέπλεε για τη Μύκονο, α­πειλώντας τη με θάνατο, αν επέστρεφε στο Ναύπλιο. Οταν ο πρίγκιπας επέστρεψε στην πόλη και πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί, εξοργίσθηκε. Εμαθε ποιοι ήταν οι έ­νοχοι, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να ανακαλύψει τον πρω­ταίτιο. Αμέσως έστειλε επιστολή στην ερωμένη του, με την οποία την καλούσε κοντά του και την παρακαλούσε να συγχωρήσει την απερισκεψία των ανδρών του. Πράγ­ματι, η Μαντώ επέστρεψε στο Ναύπλιο, αναγκάζοντας τον Κωλέττη να εφαρμόσει ένα δεύτερο σχέδιο. Μια ημέρα τής έστειλε τους δύο προσωπικούς γιατρούς του Υψηλάντη, τον Χορτάκη και τον Ολύμπιο, για να της παρουσιάσουν με τραγικό τρόπο την κατάσταση της υγείας του πρίγκιπα και να της δηλώσουν πως, αν δεν τον αποχωριζόταν, εκείνος θα πέθαινε και η πατρίδα θα έχανε έναν από τους πιο άξιους υπερασπιστές της. Τα λόγια τους ήταν αρκετά για να θίξουν τη φιλοπατρία της Μαντώς. Συγκέντρωσε βιαστικά τα πράγματά της και, χωρίς να αποχαιρετήσει κανέναν, εγκατέλειψε το Ναύπλιο.

Το τέλος του ειδυλλίου

Ο Υψηλάντης, όταν πληροφορήθηκε τη φυγή της Μαντώς, της έστειλε επανει­λημμένα επιστολές καλώντας τη να επιστρέψει, όμως τα φλογερά εκείνα γράμματα έπεσαν στο κενό. Η Μαντώ πίστεψε πως η επίσκεψη των γιατρών είχε σκηνοθετηθεί από τον ίδιον. Θεώρησε ότι ο Υψηλάντης επιδίωκε να αθετήσει, με αυτόν τον τρόπο, την υπόσχεση περί γάμου που της είχε δώσει. Πολύ γρήγορα η αγάπη της μετατρά­πηκε σε οργή και μνησικακία. Χωρίς να υπολογίσει την προσωπική της αξιοπρέπεια, επέστρεψε στην Πελοπόννησο και κατέφθασε στην Τροιζήνα την περίοδο της έναρ­ξης των εργασιών της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Εκεί συνέταξε μια αναφορά, στην οποία επισύναψε τη γραπτή υπόσχεση γάμου του πρίγκιπα, ζητώντας επίμονα δικαίωση, περισσότερο, ίσως, για να εξευτελίσει τον πρώην αγαπημένο της. Το προεδρείο της Εθνοσυνέλευσης, για να μην προκληθεί σκάνδαλο, αρνήθηκε να ικανοποιήσει την α­παίτησή της, ακόμη και να την αναγνώσει. Δέχθηκε, όμως, το αίτημά της να της παραχωρηθεί το σπίτι όπου διέμενε στο Ναύπλιο κατά την περίοδο της σχέσης της με τον Υψηλάντη και το οποίο της θύμιζε μερικές από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής της. Μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, η Μαντώ Μαυρογένους έστειλε δύο νέες αναφορές (το 1828 και το 1830), ζητώντας και πάλι δικαίωση.

Ούτε, όμως, η πρώτη αναφορά (την οποία ο Καποδίστριας υπέβαλε στην κρίση του υπουργού Δικαιοσύνης Ιωάννη Γεννατά), ούτε η δεύτερη είχαν αποτέλεσμα. Ο Γεννατάς, μάλιστα, δήλωσε πως δεν προέκυπταν στοιχεία, για να διωχθεί ποινικά ο Υψηλάντης, και παρέπεμψε το θέμα στο υπουργείο Εκκλησιαστικών που ήταν αρμόδιο για ζητήματα αθέτησης υπόσχεσης γάμου. Εκεί, όμως, η αναφορά τέθηκε στο αρ­χείο. Ακολούθησαν τραγικά γεγονότα για τη χώρα: η συνεχώς αυξανόμενη δυσαρέ­σκεια κατά της πολιτικής του Καποδίστρια, η ανταρσία της Μάνης και του Πόρου και, τέλος, η δολοφονία του κυβερνήτη, την οποία η Μαντώ δεν κατάφερε να απο­τρέψει (είχε προειδοποιήσει τον Καποδίστρια μόλις το προηγούμενο βράδυ ότι κιν­δύνευε η ζωή του). Τον Αύγουστο του 1832 ο Υψηλάντης πέθανε. Μετά την ανακήρυ­ξή του από τον Καποδίστρια σε στρατάρχη της ανατολικής Ελλάδας, έλειπε τον πε­ρισσότερο καιρό από το Ναύπλιο, με συνέπεια η στρατιωτική ζωή να επιδεινώνει την εύθραυστη υγεία του. Τις τελευταίες ημέρες της ζωής του η Μαντώ, παρότι είχε πληροφορηθεί τα άσχημα νέα, δεν πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του. Οταν, όμως, ο πρίγκιπας πέθανε, η Μαντώ ξεκίνησε αποφασισμένη να τον νεκροστολίσει και να τον μοιρολογήσει, χωρίς κανένας να τολμήσει να την εμποδίσει. Ακολούθησε μαυροφορεμένη την κηδεία του, μια τραγική ανύπανδρη χήρα. Αμέσως μετά έφυγε για πάντα από το Ναύπλιο. Πέθανε τον Ιούλιο του 1848 στην Πάρο, πάμφτωχη και λη­σμονημένη από όλους, έχοντας θυσιάσει για την πατρίδα, την οποία τελικά αγαπού­σε περισσότερο από το καθετί, την περιουσία, τα νιάτα και τον ίδιο τον έρωτά της.

πληροφορίες από : antikleidi.com

Ημερ. δημοσίευσης: 24-03-2018

Κατηγορία(ες): ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ->ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ

Tags: έρωτας, Μαντώ Μαυρογένους, Υψηλάντης