Ο Ηλίας Γκότσης Κοινωνιολόγος - Οικογενειακός Ψυχοθεραπευτής & Επιστημονικά Υπεύθυνος Τμήματος Εκπαίδευσης ΟΚΑΝΑ, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη και το Tvxs.gr, τη δημιουργική εμπειρία –από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο- της συγγραφής του βιβλίου του «Μια μικρή άγνωστη λύπη» που μόλις κυκλοφόρησε από την εκδόσεις Αρμός.

«Το βιβλίο ξεκίνησε να γράφεται τον Αύγουστο του 2012, μέσα στην καρδιά  της κρίσης. Εκείνη η περίοδος χαρακτηριζόταν αφενός από τις μεγάλες διαδηλώσεις που είχαν προηγηθεί  ενάντια στα μνημόνια  και  οι οποίες αρχικά φάνηκε ότι θα αποτελούσαν μια συνέχεια της νεανικής εξέγερσης του 2008. Το 2012 ωστόσο είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται η επερχόμενη ήττα των κινημάτων  και των  αφηγήσεων που προσπαθούσαν να αντιπαρατεθούν στις κυρίαρχες πολιτικές  επιλογές.

Τότε εξακολουθούσα να είμαι  Επιστημονικά Υπεύθυνος στην Μονάδας Εφήβων και Νέων ΑΤΡΑΠΟΣ ΟΚΑΝΑ και παράλληλα εργαζόμουν ως ατομικός, οικογενειακός και ομαδικός  ψυχοθεραπευτής. Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό των οικογενειών που ζητούσαν βοήθεια από την ΑΤΡΑΠΟ ήταν ότι οι γονείς αισθάνονταν φοβισμένοι και ηττημένοι, αδύναμοι να διαχειριστούν τις επιδράσεις της χρήσης ουσιών  των παιδιών τους , συνηχώντας  με κάποιο τρόπο με το κυρίαρχο συλλογικό συναίσθημα εκείνης της περιόδου.

Από την μεριά μου είχα βιώσει σε προσωπικό επίπεδο απώλειες σημαντικών προσώπων και ταυτόχρονα προσπαθούσα μέσα από μια αυτό-αναφορική διαδικασία να επανα- τοποθετηθώ και να νοηματοδοτήσω εκ νέου τη θέση μου και την ταυτότητά μου τόσο στο  προσωπικό όσο και στο  επαγγελματικό πεδίο.

Τα ερωτήματα που με απασχολούσαν ήταν έντονα και συνδέονταν αρχικά με την διαχείριση της απώλειας, της ήττας, την επεξεργασία των συναισθημάτων, τη  ροή των προσωπικών και συλλογικών αφηγήσεων.

Παρά το γεγονός ότι μετά την έκδοση του βιβλίου οι περισσότεροι άνθρωποι που το διαβάζουν εστιάζουν στην απώλεια των προσώπων και στο πένθος που αυτή συνεπάγεται, η δική μου ανάγκη ήταν να μιλήσω για  το ελλιπές Φαντασιακό, για την απώλεια της ικανότητας των ανθρώπων να επιθυμούν και να ονειρεύονται ένα εναλλακτικό μέλλον, στο οποίο θα μπορούν να έχουν έναν σχετικό έλεγχο στις επιλογές και τα συναισθήματά τους  και να έρθουν πιο κοντά σε αυτό που ο Καστοριάδης αποκαλούσε ατομική και κοινωνική αυτονομία.

Μέσα σε αυτό το κλίμα με αφορμή ένα όνειρο στο οποίο κυριαρχούσε η συνάντηση με μια μικροσκοπική φιγούρα, την οποία ονόμασα αμέσως «Μια μικρή άγνωστη λύπη», ξεκίνησε σταδιακά να γράφεται ένα κείμενο που είχε ως αρχικό στόχο να απαντήσει στα προσωπικά ερωτήματα, στα οποία αναφέρθηκα.

Σταδιακά καθώς το κείμενο εδραιωνόταν, μέσα από μια αυτόματη γραφή που εμπνεόταν από την Πολυφωνία, τον Σουρεαλισμό, τον Μαγικό Ρεαλισμό και από την πρακτική της Αποδόμησης, προστίθεντο καινούργιες θεματικές οι οποίες αφορούσαν σε ερωτήματα και εσωτερικούς διαλόγους για την ενηλικίωση, τη νοσταλγία, τη διαχείριση της μνήμης, τους διαλόγους με τις εσωτερικές μας πλευρές και τη σχέση μας με τους εσωτερικευμένους άλλους.
Οι ήρωες του μυθιστορήματος, και εγώ μαζί τους, αναζητούν τη θέση τους στην ιστορία, μια θέση που θα τους επιτρέψει να εκφέρουν τη δική τους αφήγηση, τη δική τους εκδοχή για όσα συμβαίνουν τόσο μέσα τους όσο και στο περιβάλλον που ζουν.

Το κείμενο που προέκυψε είναι έντονα βιωματικό. Οι ιστορίες των ανθρώπων με τους οποίους έχω εργαστεί συναντώνται με τις δικές μου ιστορίες, οι συνηχήσεις φέρνουν στην επιφάνεια  κοινά συναισθήματα και βιώματα.
Το βιβλίο μιλά ακόμα για τη μνήμη και τους ανθρώπους που κουβαλάμε μέσα μας, για τη συμφιλίωση και τη συγχώρεση.

Η συγγραφή του ήταν μια δύσκολη και επώδυνη συναισθηματική διεργασία. Συχνά μετά το πέρας των θεραπευτικών συναντήσεων, αφηνόμουν να σκεφτώ αναστοχαστικά  πως οι ιστορίες και τα λόγια αυτών των ανθρώπων συνδέονταν με τις δικές μου ιστορίες. Συχνά επίσης μετά από όνειρα που έβλεπα, τα οποία κατέγραφα, προσπαθούσα μέσω μιας αυτό-ανάλυσης, να τα  συνδέσω με τα πρόσωπα του βιβλίου.

Καθώς ο χρόνος περνούσε το κείμενο προσκαλούσε σε συνομιλία σημαντικά βιβλία και συγγραφείς που έχουν επηρεάσει την επαγγελματική και προσωπική μου διαδρομή: Ο Μπαχτίν και η Διαλογικότητα, ο Ντοστογιέφσκι και το Έγκλημα και Τιμωρία, ο Καμύ και ο Ξένος, ο Μπορίς Βιάν και το Θα φτύσω στους τάφους σας, Ο Μαρκές  και τα Εκατό Χρόνια Μοναξιάς, ο Μπρετόν και οι Σουρεαλιστές , ο Σάμπατο και το Περί Ηρώων και Τάφων, ο Μανσέτ και η Πρηνήρης Στάση του Σκοπευτή, ο Κούντερα η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι, και η Αθανασία, ο Τζόυς και ο Οδυσσέας, ο Μούζιλ και ο Άνθρωπος δίχως Ιδιότητες, ο Μπέργκμαν και η Έβδομη Σφραγίδα και ίσως περισσότερο από όλους ο Ταρκόφσκι με την Νοσταλγία, έρχονταν μέσα από μια ασυνείδητη διαδικασία, από μια κρύπτη, όπως ανέφερε και η Κατερίνα Μάτσα, στην παρουσίαση του βιβλίου, να εισβάλουν απροσκάλεστοι στον λόγο μου, στις λέξεις και τις ιδέες μου.

Τα ερωτήματα που φέρνει στην επιφάνεια αυτή η έκδοση, μπαίνουν συχνά στην κουβέντα με τους ανθρώπους σε μια ψυχοθεραπευτική σχέση και συνδέονται με το πώς τελικά ονειρευόμαστε, το πώς λαμβάνουμε τις αποφάσεις αλλά και το πώς πράττουμε για να υποστηρίξουμε τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας.

Το βιβλίο είναι αυτό-αναφορικό, ένας εσωτερικός διάλογος για τις απώλειες και για τις προσωπικές ή συλλογικές ήττες, αλλά με ένα τρόπο προσκαλεί σε ένα διάλογο τους αναγνώστες να αναρωτηθούν για το πώς οι ίδιοι διαχειρίζονται την απώλεια, για το πώς αναγνωρίζουν και φροντίζουν την ιστορία τους και τα συναισθήματά τους, για το πώς επιτρέπουν στον εαυτό τους τη συγχώρεση και τη συμφιλίωση με τις εσωτερικές τους πλευρές και τους εσωτερικευμένους άλλους.
Το βιβλίο μας προσκαλεί εν τέλει να απαντήσουμε εάν εμείς είμαστε οι πρωταγωνιστές στις μικρές και τις μεγάλες αφηγήσεις μας.

Τον Ιούνιο 2017, μετά από μια συνάντηση με τον εκδότη του ΑΡΜΟΥ, κο Χατζηιακώβου, αποφασίστηκε η έκδοση του. Χρειάστηκαν πολλές εσωτερικές διαπραγματεύσεις για να καταλήξω σε μια τέτοια απόφαση.
Τα ερωτήματα που κυριαρχούν μέσα μου συνδέονται με την έκθεση σε μια κοινή θέα, κυρίως στους ανθρώπους με τους οποίους έχω εργαστεί θεραπευτικά, των συναισθημάτων και των προσωπικών απαντήσεων, για βασικά υπαρξιακά ερωτήματα, που αφήνω να διαφανούν στις σελίδες του. 

Μετά την ολοκλήρωση και την έκδοσή του, μια θεραπευόμενη που το διάβασε, μού έθεσε ένα καίριο και σημαντικό ερώτημα, εάν ως θεραπευτής αφήνω τον εαυτό μου να κατακλυστώ από τις ιστορίες  των ανθρώπων με τους οποίους εργάζομαι.

Η απάντηση από ένα θεραπευτή, σε ένα τέτοιο ερώτημα είναι περισσότερο σύνθετη από ένα ναι ή ένα όχι.
Ίσως αφορά περισσότερο στο πως αυτός επιτρέπει στον εαυτό του να συνδέεται βαθειά με τα προσωπικά του βιώματα και εάν αυτή η καταβύθιση οδηγεί σε πιο αυθεντικές συναντήσεις και συνομιλίες με τους ανθρώπους με τους οποίους εργάζεται.

Εν κατακλείδι «Πολλά από όσα γράφω είναι λόγια των ανθρώπων που έχω δουλέψει μαζί τους εδώ και 22 χρόνια, άλλα είναι λόγια ποιητών και συγγραφέων που εισχώρησαν βαθιά μέσα μου, άλλα είναι δικά μου ή συνδέονται με τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής μου. Τώρα πια, μετά από όλα αυτά τα χρόνια, δεν μπορώ να ξεχωρίσω σε ποιόν ανήκουν.»

Υ.Σ.
Στην παρουσίαση του βιβλίου τόσο η Κατερίνα Μάτσα, όσο και η Φωτεινή Τσαλίκογλου, οι οποίες είχα την τιμή να παρουσιάσουν το βιβλίο μου, αναφέρθηκαν εκτενώς  στον Angelus Novus, του Klee  και στην αναφορά του Μπένζαμιν σε αυτό το έργο και στην σχέση του πίνακα με το βιβλίο. Πραγματικά τα πρόσωπα του βιβλίου είναι υπό την επήρεια μιας τρομακτικής καταιγίδας που έρχεται γενεογραμματικά από το παρελθόν τους, η οποία αποθέτει στα πόδια τους ένα σωρό από συντρίμμια, που προέρχονται  από ένα παράδεισο που ποτέ δεν υπήρξε, παρά τις επιθυμίες ή τις ματαιωμένες προσδοκίες τους.

Μέσα σε αυτό το εφιαλτικό σκηνικό,  σε αυτό το Δυστοπικό Τοπίο, όπου οι άνθρωποι είναι ηττημένοι τόσο ατομικά όσο και συλλογικά, τα πρόσωπα του βιβλίου προσπαθούν να ησυχάσουν, να αναγνωρίσουν και να τακτοποιήσουν τα τρομακτικά συναισθήματα που τους διαπερνούν, να βρούν μια θέση προσωπικής αφήγησης.

Η πορεία τους θα είναι επίπονη, ώσπου να κατορθώσουν να συμφιλιωθούν με τους ανθρώπους που τους εγκατέλειψαν, τους οποίους κουβαλούν αναπόφευκτα μέσα τους, δεμένοι μαζί τους με μια Αγάπη γεμάτη από ενοχή, επιμένοντας παρόλα αυτά να αναζητούν την Αγάπη της Αθωότητας, για να παραφράσω ένα σπουδαίο Ψυχοθεραπευτή, τον Hellinger».

Περίληψη

«Ο Αφηγητής είναι ένα πρόσωπο δίχως όνομα που αναζητά ιστορίες που θα του φανούν χρήσιμες στην συγγραφή ενός βιβλίου. Στην πορεία συναντά ένα νεαρό, τον Μιχάλη, ο οποίος μοιράζεται μαζί του τα σημαντικά γεγονότα της ζωής του, τα οποία ο Αφηγητής οικειοποιείται προκειμένου να γράψει το βιβλίο που ονειρεύεται. Στην εξέλιξη της ιστορίας, όλα τα σημαντικά πρόσωπα αναζητούν την δική τους θέση, την δική τους φωνή, συνθέτοντας ένα Πολυφωνικό Τοπίο Αφηγήσεων, στο οποίο οι φωνές, οι λέξεις και τα συναισθήματα αναζητούν επίσης την μοναδικότητά τους, έως ότου όλα τα πρόσωπα δικαιωθούν.»
Το παρόν βιβλίο είναι ένα βιωματικό μυθιστόρημα που μιλά για την σχέση μας με την απώλεια, τα συναισθήματα, τις αφηγήσεις για τον εαυτό μας και τη ζωή μας. Μιλά ακόμα για την μνήμη και τους ανθρώπους που κουβαλάμε μέσα μας, για την συμφιλίωση και την συγχώρεση.
--
Ο Ηλίας Γκότσης γεννήθηκε στη Μεσσηνία το 1967. Σπούδασε Κοινωνιολογία και στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε στη Συστημική και Οικογενειακή Ψυχοθεραπεία.
Έχει δουλέψει για πολλά χρόνια ως οικογενειακός, ατομικός και ομαδικός ψυχοθεραπευτής. Από το 1995 εργάζεται στον ΟΚΑΝΑ, όπου το  2002  ίδρυσε την Μονάδα Απεξάρτησης Εφήβων και Νέων ΑΤΡΑΠΟΣ-ΟΚΑΝΑ, στην οποία υπήρξε Επιστημονικά Υπεύθυνος έως το 2015. Έκτοτε είναι υπεύθυνος για τις εκπαιδευτικές δράσεις του οργανισμού.
Το επιστημονικό του ενδιαφέρον εστιάζεται στις Βιωματικές Πρακτικές και στις  Αφηγηματικές και Συνεργατικές/Πολυφωνικές προσεγγίσεις στην Ψυχοθεραπεία και την εκπαίδευση. Είναι παντρεμένος και έχει μια κόρη.

Ημερ. δημοσίευσης: 20-04-2018

Κατηγορία(ες): ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ, ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ->ΒΙΒΛΙΟ

Tags: βιβλίο\, Ψυχοθεραπευτής