Στις 14 Μαΐου 1925 εκδίδεται το μυθιστόρημα της Βιρτζίνια Γουλφ "Η κυρία Ντάλογουει". Ένα αριστουργηματικό έργο που εκτυλίσσεται στο διάστημα μίας ημέρας, ένα κείμενο διεισδυτικό, μια σκιαγράφηση του ανθρώπινου ψυχισμού.
Παραλληλισμός μιας μέρας στη ζωή δύο ανθρώπων με ψυχικές διαταραχές και τον τρόπο που αντιμετωπίζονταν και προσεγγίζονταν από τους γιατρούς την εποχή της Γουλφ : η προνομιούχος, μέλος της κοινωνικής ελίτ Κλαρίσα Ντάλογουει και ο Septimus Warren   Smith, βετεράνος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.Το μόνο που καταφέρνουν οι γιατροί είναι να γίνουν μάρτυρες του τραγικού τέλους που επιλέγει ο ασθενής τους να δώσει στη ζωή του.


του Γιάννη Αντωνιάδη
από:  culturenow.gr

<Αν πέθαινα ετούτη τη στιγμή, ο θάνατός μου θα ήτανε για μένα η πιο μεγάλη ευτυχία
» δηλώνει προς το τέλος του βιβλίου η Κλαρίσα Ντάλογουέι. Έρμαιο των προσωπικών της σκοτεινών σκέψεων, η κυρία Ντάλογουέι είναι αναμφισβήτητα ο καθρέφτης της Βιρτζίνια Γουλφ.

Αν ανατρέξουμε στην ταινία «Οι ώρες» που αφηγείται μεταξύ άλλων και την διαταραγμένη ζωή της συγγραφέως, θα καταλάβουμε το ανίκητο, το ματαιόδοξο, το απρόσιτο του χαρακτήρα της. Γιατί η Γουλφ, όπως και η Νταλογουέι μέσω της οποίας αποπειράται να καταγράψει τις σκιές του βίου της, είναι υποταγμένη στην αδυναμία να ζήσει και να ικανοποιήσει τις επιθυμίες της. Η αυτοκτονία της σε ηλικία σχετικά μικρή αποδεικνύει πως τράβηξε το σχοινί όσο μπορούσε περισσότερο αλλά δεν απέφυγε το τραγικό τέλος που της επεφύλασσε η μοίρα της, ένα τέλος που στα βιβλία της είναι κάτι περισσότερο από κραυγαλέο. Ο αναγνώστης είναι ο θεατής ενός θεάτρου σκιών, μίας σκηνής που ξεθωριάζει και περιμένει την λύτρωση που ποτέ δεν έρχεται.

Βρισκόμαστε λίγο μετά το τέλος του αιματηρού Α’ Παγκοσμίου πολέμου στον οποίο η Βρετανία συμμετέχει και δεν βγαίνει αλώβητη. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τις αναταράξεις στις αποικίες της, τις οποίες και προσπαθεί να διατηρήσει σε πείσμα των καιρών και των γεγονότων που λαμβάνουν χώρα στην γηραιά ήπειρο και αλλάζουν τα δεδομένα στον τότε κόσμο μέσα από επαναστάσεις και συρράξεις με αβέβαια αποτελέσματα. Μέσα σε αυτό το φλεγόμενο περιβάλλον και την συνεχόμενη ροή της ιστορίας, η ηρωίδα της Γουλφ αποφασίζει να δώσει δεξίωση όπου θα παρίστανται άνθρωποι από όλο το φάσμα της τότε καλής κοινωνίας και όπου θα γίνεται λόγος για αυτές τις εξελίξεις. Η καταθλιπτική όσο και άστατη στην διάθεση κυρία Ντάλογουέι ταράζεται έντονα από την παρουσία ενός πρώην αγαπητικού της που ήρθε ξαφνικά από την Ινδία, από την λεκτική αντιπαράθεση με μία εκ των πρωταγωνιστριών της βραδιάς αλλά και από την κόρη της, την οποία παρακολουθεί εμβρόντητη να ξεφεύγει από τα δικά της μέτρα και σταθμά και να παρασύρεται από μία διάθεση ερωτική με μία κυρία που θα μπορούσε να είναι η μητέρα της. Εδώ προκύπτουν ερωτήματα και εγείρονται απορίες κατά πόσο το alter ego της Βιρτζίνια Γουλφ, η κυρία Ντάλογουέι νιώθει προδομένη, νικημένη και απογοητευμένη από τον περίγυρό της από τον οποίο θα ήθελε πολύ να ξεφύγει ενώ βρίσκεται μπλεγμένη στα δίχτυα του και αδυνατεί να σπάσει τις αλυσίδες. Λύση στα χέρια της, τα τρεμάμενα φαντάζει μία φυγή, μία έξοδος απελευθέρωσης από τα δεσμά που την αλυσοδένουν μέσα της, τον θάνατο που στο μυαλό της κλωθογυρίζει όπως ο άνεμος την άμμο και την σηκώνει στον αέρα. Δηλώνει με δραματικό τόνο: «Ο θάνατος είναι εναντίωση. Ο θάνατος είναι μία απόπειρα επικοινωνίας, οι άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη να φτάσουν στον πυρήνα που με τρόπο απόκοσμο τους ξεγλιστρά, η εγγύτητα απομακρύνει, ο ενθουσιασμός ξεθυμαίνει, μένεις μόνος. Είναι αγκαλιά ο θάνατος».
Όλη της η αφήγηση μαρτυρά μία ποιητικότητα που την βυθίζει με μία κορύφωση της τραγικότητας του εαυτού της όσο πλησιάζει η δεξίωση, σαν να βιώνει ένα αρχαίο δράμα με όρους σύγχρονης εκδοχής. Η Βιρτζίνια Γουλφ μοιάζει φυλακισμένη στις σκέψεις της, η αναπόληση είναι μία σχετικά επιθυμητή αυθυποβολή από μέρους της σε όλα αυτά που την στοιχειώνουν. Και η ευτυχία της καθορίζεται άμεσα από αυτό τον διακαή πόθο να αποτινάξει από πάνω της κάθε ίχνος λήθης, να εξαϋλωθεί, να απογειωθεί από την πραγματικότητα που την γεμίζει με λύπη και θλίψη.

Δικαίως η κυρία Νταλογουέι θεωρείται ως ένα μικρό διαμάντι της λογοτεχνίας γιατί είναι τέτοιος ο παλμός που νιώθει ο αναγνώστης και τέτοια η γλώσσα που χειρίζεται η Γουλφ που δεν αφήνει περιθώρια να μην αισθανθεί την αγωνία και την ανησυχία. Είναι ένα πρόσωπο χλωμό, διστακτικό και φοβισμένο η ηρωίδα, μακριά από την χαρά που νιώθει ως κάτι απόκοσμο, παράξενο, ένα ιδανικό άπιαστο. Παράλληλα όμως με τέτοια τόλμη και θάρρος αντιμετωπίζει κατάματα το τέλος της που παραμένει στο κατώφλι της συνείδησής της. Χαρακτηριστικά δηλώνει ανακουφισμένη: «Καμία χαρά δεν μπορεί ν’ αντισταθμίσει να έχεις χάσει τον εαυτό σου στο ρου της ζωής, να τον βρίσκεις μ’ ένα κύμα χαράς, στην ανατολή του ήλιου, στη δύση της μέρας».
Μόνο που για την κυρία Νταλαγουέι όσο και για την Γουλφ την ίδια, ο δρόμος της ευδαιμονίας και της σωτηρίας ήταν σπαρμένος με την πτήση για τον δικό της παράδεισο, μακριά από όλα αυτά που πληγώνουν στον μάταιο τούτο κόσμο.

«Η γνώση έρχεται μέσα από τις δοκιμασίες»

Ημερ. δημοσίευσης: 13-05-2018

Κατηγορία(ες): ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ->ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ

Tags: Βιρτζίνια Γουλφ