της Michele Μπαστιά.
Ο παπά – Γιάννης μόναζε. Από μικρό παιδί, αμούστακος, είχε μπει σε ένα φωτεινό μονοπάτι. Όλη τη μέρα μες στη γαλήνη του μοναστηριού φρόντιζε τα μποστάνια του, έκοβε ξύλα, πότιζε τις μυγδαλιές. Το σούρουπο καθόταν σ’ ένα παγκάκι με το κομποσκοίνι του κι ευχαριστούσε αυτόν που αγάπησε πάνω απ’ όλα. Την εκκλησιά, μικρούλα ήταν, και πάντα λίγο σκοτεινή, τη φρόντιζε. Άναβε τα καντήλια, έκανε μόνος του τις λειτουργίες, θύμιαζε. Ήταν ένας ευτυχισμένος άνθρωπος γιατί ήταν σίγουρος ότι η ζωή του εξυπηρετούσε ένα μεγάλο κι αληθινό σκοπό – τη λατρεία του Θεού, το αίσθημα πως αν ζούσε, ζούσε χάρη σ’ αυτόν, κι έπρεπε, ακόμα κι αν οι ρευματισμοί τον πόναγαν πολύ, να κάνει μετάνοιες.
Όλα για το Δημιουργό του, και προπαντός μέσα από την ταπεινότητα και προσευχές να ξεπλύνει από πάνω του το Προπατορικό αμάρτημα και τις αμαρτίες των άλλων, τον πόνο των άλλων, όσο άντεχε κι αυτός κι ακόμα πιο πολύ.
Ένα πρωί, χάραμα όπως συνήθως, σηκώθηκε με δυσκολία. Η ανάσα του ήταν βαριά και η κόπωση μεγάλη. Παρ’ όλ’ αυτά, πήγε, φρόντισε το εκκλησάκι, θύμιασε και προσευχήθηκε. Έκανε ένα γύρο στο περιβόλι και κάθισε στο παγκάκι με το κομποσκοίνι του στα χέρια. Ο γάτος του με μισόκλειστα μάτια κάθισε δίπλα του ήσυχος. Κάποια στιγμή ένιωσε έναν πόνο δυνατό στο στήθος και θόλωσαν τα μάτια του. Κατάλαβε ότι πέθαινε. Ήταν ήρεμος, θα έλεγε ευτυχισμένος, γιατί είχε έρθει επιτέλους η στιγμή της μεγάλης συνάντησης με το Δημιουργό του. Βούλιαζε σιγά-σιγά σ’ ένα σκοτάδι. Το μόνο που αισθανόταν ήταν το γάτο που ανήσυχος έτριβε τη μουσούδα του στο πρόσωπό του. Χαμογέλασε.
Βούλιαζε. Και ξαφνικά ένιωσε σα να σκορπιζόταν σε δισεκατομμύρια κομμάτια. Άγγελοι πουθενά. Μια τεράστια μοναξιά στο σύμπαν, όπου έμπαινε έτσι κομματιασμένος. Ο Θεός ανύπαρκτος μες στον τρόμο του διαμελισμού του. Κι εκεί κατάλαβε – ότι το απειροελάχιστο μόριό του θα γινόταν μέρος του πλανήτη. Μέρος του σύμπαντος. Ένα αμύγδαλο, ίσως, ή μια τουφίτσα με χόρτο.
Κατάλαβε ότι ο Θεός ήταν αυτός που μπορούσε να μεταμορφώσει ένα γέρο σε δέντρο.
Το σύμπαν

