της Τόνια Ζαραβέλα
Και έγινα δεκαοκτώ. Δεκαοκτώ και κάτι. Με τη θλίψη φορτωμένη στα μάτια μου, σαν τότε που ξαγρυπνούσα κι έβλεπα πόσο πίσω είμαι από τους άλλους. Ακόμη θυμάμαι αυτά τα δάκρυα της, επί καθημερινής βάσης, σύγκρισης του «εγώ» μου με τα «έχω» των άλλων. «Ωραία» χρόνια… Όταν ακόμη το «εγώ» το είχαμε για κακό και αρνούμασταν πεισματικά να δεχτούμε, πως ναι, η έπαρσή μας, οι κούκλες και η γεμάτη ασφυκτικά ντουλάπα μας μάς έκανε κάποιους. Σε μια δεκαετία που όντως ήμασταν κάποιοι. Κάποιοι άνθρωποι διαφορετικοί όλως διόλου μεταξύ τους, παιδιά με διαφορετικά γούστα και βαλίτσα ετεροκατευθυνόμενων αρχών φορτωμένη από τη δική μας, μοναδική οικογένεια. Μικροί και προστατευμένοι!
Αρχίσαμε να μεγαλώνουμε με παραμύθια και ψέμματα κατά το δοκούν. «Αν δε φας το φαγητό σου», το πιο κλασσικό, «θα’ ρθει να σε φάει ο Μπαμπούλας που’ ναι κλειδωμένος στο άλλο δωμάτιο» και «Είδες τι έπαθε η Κοκκινοσκουφίτσα, κι εσύ πάντα να ακούς τη μαμά και το μπαμπά, αλλά περισσότερο τη μαμά, ε…». Ίσως γι’ αυτό δε μάθαμε –μέχρι τώρα- την αλήθεια των πραγμάτων. Γιατί μας σκλάβωσε ένας φόβος για τα πάντα. Παράλογος, έλλογος; Μια φορά φοβικούς για καθετί μας έκανε. Κι αν η πρωταγωνίστρια που καταβρόχθισε ο λύκος ήταν ο κανόνας, εμείς δεν ήμασταν η εξαίρεση. Η γενίκευση πήγαινε στο οτιδήποτε. «Δεν έδεσες τα κορδόνια σου, όπως είπα, κι έπεσες και χτύπησες! Άλλη φορά να την ακούς τη μαμά.» Κραυγές φοβικές –κι αυτές- για ένα απερίγραπτο και κορυφαίο αμάρτημα. Λοιπόν, ακόμη φοβάμαι το σκοτάδι κι όταν το δωμάτιο το διπλανό μένει κλειστό, τότε ξαγρυπνώ με το φως αναμμένο και το μαξιλάρι αγκαλιά.
Εξαρτημένη μια ζωή από τις μαγγανείες, τις πέρα για πέρα μυστηριακές, έφτασα στην ενηλικίωση. Ο ίδιος φόβος εξακολουθεί να με στοιχειώνει. Παίρνει, βέβαια, άλλες μορφές. Στοιχειό των ονείρων μου που με φρενάρει απότομα και μου καρφώνει το αίσθημα της αποτυχίας κατακέφαλα. Στοιχείο του εαυτό μου που με ξεγελά κι όλο επαναπροσδιορίζω· γράφω και ξεγράφω στα κιτάπια μου, αγχώνω και αγχώνομαι δίχως στάση για έλεος. Τώρα, στην ηλικία που μου δίνεται το «θείο δώρο»… της ψήφου, με λογοκρίνω και ανασυνθέτω μια προσωπικότητα, απαλλαγμένη από τον δογματισμό των οικογενειακών αρχών και των μαστιγίων του σήμερα. Μα, δυστυχώς πολύ μακρύτερα και από τα ιδεώδη των πρώτων παιδικών μου χρόνων: όταν μια φιλία που τέλειωνε ήταν μια ευκαιρία για κάποια καινούργια, με το χαριτωμένο και στα καλά καθούμενα «θέλεις να γίνουμε φίλες;» Την εποχή, όπου ήξερες πως το μόνο κακό που θα πουν γι’ εσένα είναι ότι «μου πήρε την κούκλα μου» ή «δε με παίζει».
Μοιρολατρώ δίχως προηγούμενο, για την ιστορία και τα χρόνια που πλάκωσαν την αθωότητα μου και ολάκερη τη γενιά μου. Κρατώ αυτές τις μνήμες, ως νοσταλγός, ως φυλακτό που θα μπορέσει να με σώσει από ένα δρόμο τόσο, μα τόσο διαφορετικό. Από τους εύκολους δρόμους που αντικρίζω εμπρός μου, από τα εύκολα και ασυναίσθητα λόγια που πλημμυρίζουν τα αυτιά μου και τις αποφάσεις τις απαλλαγμένες από τεκμηρίωση και επιχείρημα. Ίσως, έτσι, τώρα στα δεκαοκτώ, μου δοθεί μια ευκαιρία να αναγνωρίσω την αλήθεια· τη δική μου, των γύρω μου, των πραγμάτων που καθορίζουν τα υπόλοιπα χρόνια μου, τα ενήλικα πλέον. Βαρέθηκα να μην ακούω μια αλήθεια…

