Μαύρες σκέψεις, δεν ξέρω αν συμβαδίζουν με το πνεύμα της Πεντηκοστής, αλλά εμένα έτσι απλά μούρχονται. Και όσο στριφογυρίζουν στο μυαλό μου τόσο επιμένουν και δεν λένε να φύγουν. Ο μόνος τρόπος να σιγουρευτείς πως δεν έχεις παρανοήσει είναι να τις βγάλεις σε δημόσια θέα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Και όχι μόνο, αλλά κατά περίεργο τρόπο αν διαπιστώσεις πως παρόμοιες σκέψεις στριφογυρίζουν στο μυαλό και άλλων ανθρώπων τότε καταλαγιάζει μέσα σου η ένταση τους, παίρνεις λίγο τα πάνω σου γιατί και άλλοι σκέφτονται κάπως έτσι, άρα δεν είσαι ακόμα για τα σίδερα. Εκτός αν αυτό το για τα σίδερα έχει απλωθεί στην κοινωνία, οπότε έχουμε επι-κοινωνία παρανοϊκών. Αλλά πάλι επικοινωνούν οι παρανοϊκοί μεταξύ τους;
Αν ο ένας πιστεύει πως είναι πρωθυπουργός και κάνει πως πρωθυπουργεύει και ο άλλος πιστεύει πως είναι άλλος πόλος, αλλά δεν ξέρει αν είναι ο νότιος ή ο βόρειος και αντιπαλεύει μέσα του η αρκούδα του βορά με τον πιγκουίνο του νότου και ο τρίτος πιστεύει πως είναι αριστερός αλλά παριστάνει τη γείωση για να μη μπλοκάρει το σύστημα, ( αν και η γείωση δεν είναι πάντα απαραίτητη ειδικά στις μικροσυσκευές όπως το μουλινέξ για παράδειγμα, που είναι χρήσιμο για να να ανακατεύει το ζελέ-μίγμα και να μη ξεχωρίζεις τα σαμαρόφυλα από το βενιζελόπρασο), αν λοιπόν όλα αυτά και ακόμα άλλα τόσα και αλλά τόσα, συμβαίνουν τότε όχι οι παρανοϊκοί δεν επι-κοινωνούν μεταξύ τους ή τουλάχιστον δεν επικοινωνούν μαζί μας.
Αν πάλι στην εδώ καταχνιά μας, στην Αίγινα, ο ένας πιστεύει πως είναι δήμαρχος και κάνει πως δημαρχεύει, ο άλλος πρόεδρος και κάνει πως προεδρεύει, ο άλλος αντιπολίτευση και κάνει πως αντιπολιτεύει, ο άλλος νομίζει πως είναι απεσταλμένος του κυρίου ημών και στα δημοτικά συμβούλια κάνει πως προσευχεύει, αν λοιπόν όλα αυτά και ακόμα άλλα τόσα και άλλα τόσα, συμβαίνουν τότε όχι οι παρανοϊκοί δεν επι-κοινωνούν μεταξύ τους ή τουλάχιστον δεν επικοινωνούν μαζί μας.
Εμείς όμως, όλοι οι άλλοι το παλεύουμε και το προσπαθούμε και πρέπει να το πετύχουμε. Αλλιώς φίδι κολοβό που μας έφαγε, αν δεν καταφέρουμε τελικά να επικοινωνήσουμε.
Σκέφτομαι λοιπόν και λέω το χρέος της χώρας μας είπαν πως είναι 300.000.000 ευρώ έστω. (πολλά μηδενικά έχει αυτό το χρέος και πρώτη φορά βλέπω μηδενικό να κάνει τόση μεγάλη ζημία στη κοινωνία και στους ανθρώπους. Συνήθως λέμε άστον αυτόν είναι ένα τίποτα, ένα μηδενικό δεν μετράει. Αυτή την αντίληψη πρέπει να την αλλάξουμε άμεσα γιατί όταν αυτά τα μηδενικά προστίθενται στα τόσα του χρέους, όπως συμβαίνει τώρα σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο, δεν έχουμε ελπίδα καμιά. Όχι μόνο δεν θα μπορούμε να κάνουμε τίποτα αλλά θα φάμε τη ζωή μας μετρώντας τα, τα μηδενικά, τόσα πολλά είναι).
Έστω λοιπόν πως είναι τόσο το χρέος και λένε πως θα εξοφληθεί σε τόσα χρόνια. Αυτό συνεπάγεται ένα κοινωνικό κόστος σε μισθούς, συντάξεις, ανεργία, δυστυχία, κοινωνικό αποκλεισμό, υγεία, παιδεία κλπ.
Πως επέλεξαν ή καθόρισαν ή υπολόγισαν το όριο αντοχής της κοινωνίας που αναλαμβάνει το βάρος αυτού του κόστους; Αυτό το όριο αντοχής είναι εντός των περίφημων ορίων του ευρωπαϊκού κεκτημένου και αν όχι γιατί, πως γίνεται αυτό.
Αν είναι εκτός ορίων γιατί δεν επιλέγεται μια άλλη τακτική για την αντιμετώπιση αυτού του χρέους;
Άρα το ζήτημα για αυτούς δεν είναι ούτε το χρέος ούτε το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Ο πόλεμος ο όποιος διεξάγεται με πεδίο μάχης της χώρα μας είναι συμπτωματικός ή μάλλον βρήκαν εδώ το προσφορότερο έδαφος για την διεξαγωγή του.
Τα κουσούρια της κοινωνίας μας και η διαφθορά του πολιτικού συστήματος ήταν τα κριτήρια επιλογής του πεδίου μάχης και έτσι βρεθήκαμε να συγκρούονται πάνω από τα κεφάλια μας τα βουβάλια. Θα τολμήσουμε ένα παραλληλισμό.
Ο ναυτικός αποκλεισμός των βρετανών – ενώ οι έλληνες συντρίβονταν κάτω από τη χιτλερική μπότα – που συνέβαλε στον τρομερό χειμώνα του ΄41 με τις εκατόμβες των θανάτων σε Αθήνα και Πειραιά από πείνα, είναι απολύτως ανάλογο αυτού που συμβαίνει σήμερα.
Οι βρετανοί συμπεριέλαβαν μέσα στα στρατηγικά τους σχέδια κατά των γερμανών, τον ναυτικό αποκλεισμό, που εμπόδιζε ακόμα και τρόφιμα του ερυθρού σταυρού να έλθουν στην χώρα.
Στόχος τους δεν ήταν οι έλληνες αλλά οι γερμανοί. Το τι θα πάθαιναν οι έλληνες από τον ναυτικό αποκλεισμό τους άφηνε παγερά αδιάφορους – όπως και τους γερμανούς – ή θα ήταν, παράπλευρες απώλειες, όπως αυτό ονομάζεται στη πολεμική επιχειρηματολογία.
Οι βρετανοί ξέραν πως θα πεθάνει κόσμος, αλλά το κυρίαρχο για αυτούς ήταν η σύγκρουση τους με τους γερμανούς.
Στην ενδοχώρα τώρα οι μαυραγορίτες κλπ ελληνοχριστιανικά και πατριωτικά επαγγέλματα, μπορούν κάλλιστα να συγκριθούν με τις αντίστοιχες σημερινές λίστες Λαγκάρντ, τις τράπεζες, τους μεγαλοεργολάβους των ΜΜΕ, τα «200 μέτρα παράλιας της πόλης μας», τους νερουλάδες-νεροφίδες του νησιού, τη μαύρη νύχτα της Αίγινας κλπ. Πλούτιζαν την ώρα που ο λαός πέθαινε της πείνας ή έχανε το σπίτι του για ένα τενεκέ λάδι.
Η κυβέρνηση των Κουϊσλιγκ συγκρίνεται με την σημερινή ή είναι τραβηγμένη από τα μαλλιά μια τέτοια σύγκριση;
Θα πούμε πως τουλάχιστον παίζει αντίστοιχο ρόλο και όποιος θέλει να το προχωρήσει ακόμα περισσότερο, το κάνει με δική του ευθύνη και με τις ευλογίες μας.
Το ερώτημα είναι αν οι στόχοι αυτού του αποκλεισμού επιτεύχθηκαν και αν είχαν μπει όρια σε αποδεκτό αριθμό θανάτων έστω και ως παράπλευρες απώλειες.
Κατά τη γνώμη μας αυτό ακριβώς συμβαίνει και σήμερα. Η σύγκρουση δεν έχει να κάνει με το ελληνικό χρέος, αλλά στην Ελλάδα με την συμμέτοχη της κυβέρνησης, διεξάγεται η σύγκρουση και οι έλληνες πέφτουν όπως τα κοτσύφια από τους λαθροκυνηγούς κατά χιλιάδες.
Η συμμετοχή της ελληνικής κυβέρνησης σε αυτόν τον πόλεμο, που περιμένει να τελειώσει για να δει πόσοι έλληνες θα μείνουν ζωντανοί, είναι που την κάνει να μοιάζει με την τότε κυβέρνηση και να διεκδικεί επάξια τον ίδιο τίτλο, των Κουίσλιγκ
Αίγινα 21-6-2013
Νικήτας Παπαϊωάννου

