ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ

Οι μορφές της δύσης

Ο ήλιος πορτοκαλίζει καθώς δύει. Το είδα πρώτη φορά και δεν πήρα ούτε στιγμή τα μάτια μου, μέχρι αυτό το χρώμα το έντονο να εγκλωβιστεί πίσω στα βουνά, ώσπου να μη βλέπω ούτε αχτίνα του, ώσπου να χαθεί κάθε χρώμα άλλο πέρα από το μαυρομπλέ της νύχτας. Τα αστέρια που φωτοβολούν δεν είναι τόσο μαγικά όσο κείνα της δύσης. Είναι συνηθισμένα. Ιδίως το καλοκαίρι. Έχουν μια ξέχωρη κιτρινίλα, κάπως ωχρή και μίζερη. Ενώ ο ήλιος, ε; Ακόμη κι όταν φεύγει σε πλημμυρίζει έρωτα, σε βυθίζει στο πάθος και σε μια θέληση άλλη, ανείπωτη ακόμη, που απορυθμίζει τη λογική. Όταν θες να σκεφτείς τ’ απομεσήμερο, μην κοιτάξεις τον ουρανό’ τυφλώνει αυτή η γαλήνη του μπλε. Κοίτα τον ήλιο που σβήνει αντίκρυ και θα βρεις όλες τις λύσεις του κόσμου για προβλήματα και για καημό.

Όταν φεύγουν τα πλοία -παρατήρησε!- είναι σα να αλλάζει σελίδα η μέρα. Αφήνουν ένα μουγκρητό σαν παράπονο, αφήνουν άσπρα σημάδια στο κύμα σα λευκό χαρτί  και δε γυρνούν πίσω παρά με μια άλλη φουρνιά, φορτίο επιβατών με άλλες ζωές και κόσμους και διάφορες ελπίδες. Έτσι όπως πηγαινοέρχονται τα πλοία στη δύση, φανερώνονται όλες οι ζωές σε μία.
Εκεί κοντά στην αμφιλύκη, η δύση, ο αέρας, οι διαστάσεις, δίνουν άλλη, παράξενη μορφή στα πράγματα, σα να τα γεμίζουν αναστεναγμούς και χαρά, σα να φτιάχνουν απ΄ τα συντρίμμια του νου ένα δίπολο που σβέλτα κινείται από την καταστροφή ως και την ευτυχία. Παράγει με ταχύτητα μεγάλη ένα σωρό διλήμματα με επιτακτική παρουσία. Το χέρι επαναστατεί, μπήγεται στο χώμα και μένει ασυναίσθητα βαθιά, παίρνει μια ζέστα αλλιώτικη. Το πόδι παίρνει ένα άσπρο; ένα γκρι; χρώμα χώματος και αναζητά -διψασμένο θαρρείς- ένα λάκκο μικρό, λάκκο φιστικιάς που γεμίζεται με νερό πηγαδίσιο μέχρις να μη χωρά άλλο. Πάνω απ’ το λάκκο καθρεφτίζεται μια φυσιογνωμία γνωστή, πέφτουν τα σκίνα απ’ τα μαλλιά, χάνεται το πρόσωπο. Γυρίζοντας το κεφάλι στον ορίζοντα δεν είναι παρά μονάχα βαμμένοι γαλαζογκρί κορμοί, άλλαξαν το χρώμα τους ως ένα μείγμα από γαλαζόπετρα και ασβέστη.
Με τον τρόπο που πέφτει η νύχτα, κορμοί και σώματα γίνονται ένα’ γερτές, λυγιστές, περήφανες σκιές που φύτρωσαν και που μεγάλωσαν δίχως ενσυναίσθηση. Αλλάζουν όλα τόσο απότομα στη δύση. Ξεγυμνώνονται όλα απ’ τα φτιασίδια τη ημέρας και πάλι χάνονται στο ολόδικό τους φως και την υπέροχη αύρα της ζέστης τους. 
Τόνια Ζαραβέλα

About the author

aeginalight

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.