ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΠΑΙΔΕΙΑ

“Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε”, ο Ακάθιστος Ύμνος προς τη Θεοτόκο

Ο Ακάθιστος Ύμνος είναι ένα μικρό αριστούργημα της πρώιμης βυζαντινής υμνογραφίας και το μόνο δείγμα, το οποίο για ειδικούς λόγους γλύτωσε από τον αδυσώπητο νόμο της παρακμής του είδους

 

Ο Ακάθιστος Ύμνος είναι ένα μικρό αριστούργημα της πρώιμης βυζαντινής υμνογραφίας και το μόνο δείγμα, το οποίο για ειδικούς λόγους γλύτωσε από τον αδυσώπητο νόμο της παρακμής του είδους του· δεν ακρωτηριάσθηκε, ούτε αποβλήθηκε από τα εκκλησιαστικά βιβλία κι εξακολουθεί δεκαπέντε αιώνες τώρα να ψάλλεται κάτω από τους θόλους των Εκκλησιών.

Ανήκει στο υμνογραφικό είδος των κοντακίων, που αποτελούν μία από τις πρώτες πρωτότυπες μορφές υμνογραφικής παραγωγής της χριστιανικής Εκκλησίας, η οποία ακμάζει κατά τον Ε’ αιώνα, αλλά σταδιακά εγκαταλείπεται η λειτουργική χρήση τους από τον Η’ αιώνα και εξής. Ονομάζεται κοντάκιο, γιατί γραφόταν πάνω σε λεπτή μεμβράνη, η οποία τυλιγόταν γύρω από κοντό ξύλο. Άλλη ερμηνεία της ονομασίας του κοντακίου βασίζεται στο γεγονός ότι το κοντάκιο περιέχει «εν κοντώ», δηλαδή με συντομία, την όλη υπόθεση της εορτής, προς τιμή της οποίας συντέθηκε.

Ο Ακάθιστος Ύμνος έλαβε το προσωνύμιο «ακάθιστος» λόγω της ορθοστασίας προς τιμή της Θεοτόκου, όταν ο ύμνος ψαλλόταν. Ο συντάκτης του παραμένει ως σήμερα άγνωστος. Η πατρότητά του έχει αποδοθεί ανά τους αιώνες σε πολλούς υμνογράφους, με επικρατέστερο τον Ρωμανό τον Μελωδό. Άλλοι είναι οι Γεώργιος Πισίδης, Μέγας Φώτιος, Σέργιος Κωνσταντινουπόλεως, Γεώργιος Νικομηδείας, Γερμανός Α’ Κωνσταντινουπόλεως κ.α. Η συγγραφή του ανάγεται εσφαλμένα στη θαυματουργική διάσωση της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία των Αβάρων το 626. Η υπόθεση αυτή είναι αβάσιμη. Ο ύμνος είναι σαφώς προγενέστερος. Προϊόν της ευχαριστήριας δέησης μετά τη σωτηρία της Πόλης αποτελεί το σύγχρονο του 626 και λαοφιλές προοίμιο του ύμνου «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια».

Η δομή του ύμνου συνίσταται από δύο στοιχεία, το προοίμιο και τους οίκους. Προοίμιο ονομάζεται το πρώτο, εισαγωγικό τροπάριο, το οποίο περιγράφει πολύ συνοπτικά το περιεχόμενο όλου του ύμνου. Εν προκειμένω συναντούμε τρία προοίμια, ένα παλαιό («Το προσταχθέν μυστικώς»), το οποίο γράφηκε ταυτόχρονα με όλο τον ύμνο και δύο μεταγενέστερα («Τη Υπερμάχω Στρατηγώ», «Ου παυόμεθα»). Οίκοι ονομάζονται όλα τα υπόλοιπα τμήματα του κοντακίου. Η ονομασία τους βασίζεται στο γεγονός ότι οικοδομούνται με στόχο την εξύμνηση του προσώπου ή του γεγονότος, στο οποίο αναφέρονται.

Ο Ακάθιστος Ύμνος αποτελείται από είκοσι τέσσερις οίκους, όσα και τα γράμματα της αλφαβήτου, καθώς κάθε οίκος ξεκινά κατά σειρά με ένα εξ αυτών. Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι (Α-Μ) έχουν αφηγηματικό χαρακτήρα, καθώς περιγράφουν γεγονότα από τη ζωή της Θεοτόκου και του Χριστού έως την Υπαπαντή. Οι δώδεκα επόμενοι οίκοι (Ν-Ω) έχουν θεολογικό χαρακτήρα και εξαίρουν τη νέα πραγματικότητα που έφερε στον κόσμο η Γέννηση του Χριστού. Οι οίκοι με μονό αριθμό είναι εκτενέστεροι από τους οίκους με ζυγό αριθμό.

Στους μονούς οίκους περιλαμβάνονται και χαιρετισμοί προς το πρόσωπο της Παναγίας, γι’ αυτό και η τμηματική ανάγνωσή τους τις πρώτες τέσσερις Παρασκευές της Σαρακοστής είναι ευρέως γνωστή ως «Χαιρετισμοί». Επίσης, οι μονοί οίκοι τελειώνουν με το εφύμνιο «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε», ενώ οι ζυγοί οίκοι με το «Αλληλούια». Οι χαιρετισμοί των μονών οίκων μπορούν να θεωρηθούν ως υμνογραφήματα βασισμένα στην κλασική αρχαία ελληνική ποίηση, στους ύμνους της λατρείας της ιουδαϊκής συναγωγής ή σε συριακά πρότυπα.

Ο Ακάθιστος Ύμνος είναι καθαρά λειτουργικό ποίημα και όχι σύνθεση για εξυπηρέτηση στιγμών της επικαιρότητας, όπως η σωτηρία της Κωνσταντινούπολης από τους Αβάρους. Ο ύμνος συνδέεται άμεσα με την εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Αρχικά, ο Ευαγγελισμός εορταζόταν μαζί με τα Χριστούγεννα. Ο εορτασμός του Ευαγγελισμού την 25η Μαρτίου, δηλαδή εννέα μήνες πριν τα Χριστούγεννα, θεσπίστηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Έκτοτε, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με την εορτή αυτή. Η σύνδεση του Ύμνου με το Σάββατο της Ε’ εβδομάδας της Σαρακοστής, γνωστό και ως Σάββατο του Ακαθίστου, ανάγεται στην Τουρκοκρατία, λόγω της σύμπτωσης της εορτής του Ευαγγελισμού με τη νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής και την πρόθεση για εορτασμό της σε ημέρα που δεν ακολουθείται πλήρης νηστεία, όπως τις καθημερινές της Σαρακοστής.

Στην εποχή μας, ο Ακάθιστος Ύμνος ψάλλεται στην Εκκλησία τις τέσσερις πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Σαρακοστής τμηματικά, ανά έξι οίκους (Α-Ζ, Η-Μ, Ν-Σ και Τ-Ω) και την πέμπτη Παρασκευή των Νηστειών ολόκληρος σε τέσσερις στάσεις. Η πράξη αυτή συνδέεται με τον πανηγυρικό εορτασμό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, δηλαδή την αναγγελία από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ ότι η Θεοτόκος θα γεννήσει τον Υιό του Θεού. Επειδή η εορτή αυτή περιβάλλεται από ημέρες νηστείας και πένθιμου χαρακτήρα, δεν υπάρχει η δυνατότητα εορτασμού προεόρτιων και μεθεόρτιων ημερών προς τιμή της Παναγίας. Έτσι, η Εκκλησία θέσπισε την ανάπτυξη της ψαλμωδίας του Ακάθιστου σε αυτές τις πέντε ημέρες, ώστε να εορτασθεί η ανάμνηση του Ευαγγελισμού με κάθε δυνατή μεγαλοπρέπεια. Κάτι αντίστοιχο αποτελούν οι Παρακλήσεις του Δεκαπενταυγούστου προς τη Θεοτόκο, στα πλαίσια των εορτασμών της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Οι ακολουθίες των Χαιρετισμών και του Ακάθιστου Ύμνου αποτελούν τις πλέον λαοφιλείς. Η αμεσότητα των νοημάτων, η ευχάριστη αίσθηση που αφήνουν οι ύμνοι τους, αλλά και η αγάπη προς το πρόσωπο της Παναγίας, δημιουργούν ένα ιδιαίτερο κλίμα ευφροσύνης που κατακλύζει τους ναούς τα πέντε ανοιξιάτικα απογεύματα της Παρασκευής. Η ιδιαίτερα κατανυκτική ατμόσφαιρα, σε συνδυασμό με την πλουραλιστική έκρηξη της άνοιξης δημιουργούν κατάλληλο κλίμα εισαγωγής στη χαρά της αναμενόμενης Ανάστασης.

 

Γεώργιος Ζαραβέλας

About the author

aeginalight

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.