Η αρχαιοπρεπής Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, πρώτου επισκόπου Ιεροσολύμων, θα τελεσθεί για δεύτερη χρονιά την ερχόμενη Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014 και ώρα 7:30 με 10:30, στον Ιερό Ναό του Αγίου Διονυσίου Παχείας Ράχης, με αφορμή την εορτή του Αγίου, κάθε χρόνο την Κυριακή μετά τα Χριστούγεννα.
Λίγα λόγια για τη Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου:
Η υπό το όνομα του Αδελφοθέου Θεία Λειτουργία συναντάται στον Δυτικό Συριακό ή Αντιοχειανό λειτουργικό τύπο. Η απόδοση της συγγραφής της στον Απόστολο Ιάκωβο τον Αδελφόθεο και πρώτο επίσκοπο Ιεροσολύμων θεμελιώνεται στη διαμόρφωσή της στα Ιεροσόλυμα, αλλά και στο γεγονός ότι εκπροσωπεί την λειτουργική παράδοση της Αγίας Πόλης. Ο πυρήνας της Θείας Λειτουργίας είναι σαφώς αποστολικός, αλλά η ενιαία, πρώτη μορφή της δεν είναι παλαιότερη του Δ’ αιώνα. Η Λειτουργία του Ιακώβου γράφηκε πρωτότυπα στα ελληνικά. Αργότερα μεταφράστηκε στα συριακά και άλλες γλώσσες.
Η Θεία Λειτουργία του Αποστόλου Ιακώβου διαδόθηκε ήδη από τον Δ’ αιώνα σε Ανατολή και Δύση. Οι προσκυνηματικές περιηγήσεις πιστών στους Αγίους Τόπους ευνόησαν τη διάδοσή της. Η λειτουργική ακτινοβολία των Ιεροσολύμων και το κύρος του αποστολικού ονόματος υπό το οποίο φέρεται συνετέλεσαν αποτελεσματικά στην ταχεία διάδοσή της εκτός Ιεροσολύμων. Από νωρίς υιοθετήθηκε στο λειτουργικό τυπικό της Εκκλησίας της Αντιόχειας. Η υιοθέτηση από την αντιοχειανή λειτουργική παράδοση μπορεί να οριστεί στον Ε’ αιώνα, μεταξύ του 397, οπότε ο ιερός Χρυσόστομος μεταβαίνει από την Αντιόχεια στην Κωνσταντινούπολη, και του 431, οπότε οι σχέσεις Ιεροσολύμων και Αντιοχείας είχαν διαρραγεί, λόγω του αιτήματος αναγνώρισης της πατριαρχικής περιωπής της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων.
Σταδιακά, η αρχαϊκή μορφή της Ιακώβειας Λειτουργίας δέχθηκε επιδράσεις, κυρίως από τον Ε’ αιώνα και εξής. Μερικές από αυτές είναι η προσθήκη ευχών του Γρηγορίου Θεολόγου και του Μεγάλου Βασιλείου, η υιοθέτηση του Τρισάγιου Ύμνου (Ε’ – Στ’ αιώνες), η μελώδηση του εισοδικού ύμνου -ποιήματος του αυτοκράτορα Ιουστινιανού «Ο Μονογενής Υιός» (Στ’ – Ζ’ αιώνες), ο Χερουβικός Ύμνος ή το σχετικό αντί Χερουβικού τροπάριο, η Μεγάλη Είσοδος, το Σύμβολο της Πίστεως και το Μεγαλυνάριο της Θεοτόκου. Ο λειτουργικός τύπος του Ιακώβου γνωρίζει ιδιαίτερη ανάπτυξη έως και την Εικονομαχία.
Μετά την Εικονομαχία, η Θεία Λειτουργία του Αποστόλου Ιακώβου περνά σε σταδιακή αχρησία λόγω της αραβικής κατάκτησης των Πατριαρχείων της Ανατολής, κυρίως των Ιεροσολύμων και της Αντιοχείας, όπου η Λειτουργία αυτή ήταν ο βασικός λειτουργικός τύπος. Έως τον ΙΒ’ αιώνα παρατηρείται πλήρης τελετουργική αφομοίωση των Πατριαρχείων αυτών από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.
Η αφάνεια, στην οποία περιήλθε άδοξα η Λειτουργία του Ιακώβου, σταματά τον ΙΘ’ αιώνα με την αναγέννηση των λειτουργικών σπουδών. Συν τω χρόνω, επανεκτιμάται η αξία των περιθωριοποιημένων αρχαίων λειτουργικών τύπων, οι οποίοι επανέρχονται δειλά σε λειτουργική χρήση. Πρώτος λειτουργικός τύπος που τελείται ξανά είναι ο υπό το όνομα του Αποστόλου Ιακώβου, ως η μητρική μορφή των αδιάκοπα, έως σήμερα, τελουμένων βυζαντινών λειτουργιών. Καθιερώνεται η τέλεση της Λειτουργίας του Ιακώβου την ημέρα μνήμης του Αποστόλου (23 Οκτωβρίου), αλλά και την Κυριακή μετά τη Χριστού Γέννηση, οπότε και εορτάζεται η μνήμη του μαζί με τον Προφητάνακτα Δαυίδ και τον Ιωσήφ τον Μνήστορα.
Η αρχαιοπρεπής δομή της Λειτουργίας του Αποστόλου Ιακώβου συνεπάγεται ορισμένες μεταβολές στη συνήθη λειτουργική τάξη. Πρώτον, αλλάζει η διαρρύθμιση εντός του Ιερού Βήματος. Εκκενώνεται η Αγία Τράπεζα, απελευθερώνεται η ανατολική πλευρά της από κάθε εμπόδιο (Εσταυρωμένος, εξαπτέρυγα) και τοποθετείται πόδιο, επί του οποίου θα στέκεται κατά την τέλεσή της ο λειτουργός. Εάν η επικοινωνία με τον λαό είναι δυσχερής λόγω στενότητας της Ωραίας Πύλης, τοποθετείται στον σολέα του ναού ξύλινο τραπέζι ευπρεπισμένο με κατάλληλα καλύμματα, το οποίο εφεξής μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για την επιτέλεση της αναίμακτης ιερουργίας. Επ’ αυτού τοποθετούνται ομοίως, δύο κηροπήγια. Επίσης, τοποθετείται στο μέσον του ειλητό και λειψανοθήκη με λείψανα μαρτύρων ή αντιμήνσιο με τοποθετημένα εντός του μαρτυρικά λείψανα. Στην ανατολική πλευρά της Αγίας Τράπεζας τοποθετείται κινητό σύνθρονο, όπου θα σταθεί ο λειτουργός επίσκοπος και οι συλλειτουργούντες κληρικοί ή απλά θρονία εάν δεν προΐσταται αρχιερέας.
Δεύτερον, στον σολέα του ναού, συγκεκριμένα στη βόρεια πλευρά του, τοποθετείται μικρό τραπέζι πάνω στο οποίο εναποτίθενται οι προσφορές των πιστών, το νάμα, το νερό, το θυμίαμα, τα ιερά σκεύη, ο αέρας – κάλυμμα των ιερών σκευών και ότι άλλο είναι αναγκαίο για την τέλεση της Λειτουργίας. Το τραπέζι τοποθετείται στα πρότυπα του παλαιοχριστιανικού διακονικού, δηλαδή μικρής αίθουσας στη νοτιοδυτική γωνία του ναού. Εκεί, οι διάκονοι συγκέντρωναν τα υπό των πιστών προσφερόμενα, επέλεγαν τα καλύτερα εξ αυτών, προετοίμαζαν τα Τίμια Δώρα, τα οποία και εισήγαγαν στον ναό κατά τη Μεγάλη Είσοδο. Στη νότια πλευρά του σολέα τοποθετείται δισκέλι για τα αναγνώσματα, τις στιχολογίες του αναγνώστη και το θείο κήρυγμα. Το Ευαγγέλιο μπορεί να αναγνωσθεί από εκεί, από τον Άμβωνα ή από την Ωραία Πύλη.
Τρίτον, η ενδυμασία των λειτουργών προσαρμόζεται σε παλαιοχριστιανικά. Ο επίσκοπος δεν φέρει μίτρα, ράβδο, εγκόλπιο και σάκκο, αλλά πολυσταύριο φελόνιο και απλής τεχνικής, στενό, λευκό ωμοφόριο, κατασκευασμένο αποκλειστικά από μαλλί, με κόκκινους ή μαύρους σταυρούς επ’ αυτού. Οι πρεσβύτεροι φέρουν απλή λευκή στολή, χωρίς τα διακριτικά των οφικίων τους (σταυρός και επιγονάτιο). Σε συλλείτουργο ιερέων, ο πρώτος εξ αυτών μπορεί να φορά πορφυρό φελόνιο.
Τέταρτον, η Λειτουργία ξεκινά και ολοκληρώνεται συμβατικά από το χώρο του διακονικού, στο δεξί κλίτος του Ιερού Βήματος. Εκεί ο λειτουργός ενδύεται τα άμφια μπροστά στο Ιερό Ευαγγέλιο, από εκεί ξεκινά η πομπή προς την Αγία Τράπεζα και εκεί καταλήγει η πομπή μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας. Η Αγία Τράπεζα χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και δεν φορτώνεται με περιττά στοιχεία όπως καντήλια, σταυροί, λειτουργικά εγχειρίδια κτλ. Η πράξη αυτή έχει διατηρηθεί αναλλοίωτη από τη Δυτική Εκκλησία, ιδίως μετά τη Β’ Βατικανή Σύνοδο, δυστυχώς όχι και από την Ορθόδοξη.
Πέμπτον, η μετάληψη των πιστών διαφέρει από τη συνήθη. Υπάρχουν τέσσερις δυνατοί τρόποι. Ο πρώτος τρόπος είναι ο αρχαιότερος και περιγράφεται από τον Άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων στην Ε’ Μυσταγωγική Κατήχηση. Ο τρόπος αυτός τελείται ακριβώς όπως η μετάληψη των κληρικών στο Ιερό Βήμα. Οι πιστοί προσέρχονται με τάξη και ήσυχα σχηματίζοντας σειρά μπροστά από τον πρεσβύτερο, ο οποίος τοποθετεί στο στόμα τους μικρό τεμάχιο του Σώματος. Ακολούθως, ο διάκονος δίδει απευθείας από το ποτήριο το Αίμα στα χείλη τους. Εάν ο λειτουργός είναι ένας, μεταλαμβάνουν όλοι οι πιστοί με τη σειρά από το Σώμα και στη συνέχεια μεταλαμβάνουν με την ίδια σειρά και από το Αίμα. Σύμφωνα με τον δεύτερο τρόπο, η μέθοδος είναι ίδια, με τη διαφορά ότι ο λειτουργός εμβαπτίζει τη μερίδα του Σώματος στο Αίμα πριν την εναποθέσει στο στόμα του πιστού. Τρίτος τρόπος, ομοίως ο ίδιος με τον πρώτο, με τη διαφορά ότι η μετάληψη του Αίματος γίνεται με λαβίδα, δηλαδή μέσω του ειδικού κουταλιού για την κοινωνία των πιστών. Ο τρόπος αυτός συνιστά την αρχαία Αλεξανδρινή μέθοδο κοινωνίας. Τέλος, ο τέταρτος τρόπος συνίσταται από την συνήθη μέθοδο μετάληψης Σώματος και Αίματος με τη λαβίδα, όπως γίνεται σε κάθε Θεία Λειτουργία του ι. Χρυσοστόμου ή του Μεγάλου Βασιλείου. Η επιλογή του τρόπου μετάληψης επαφίεται καθαρά στην κρίση του λειτουργού και τις δυνατότητες της ευχαριστιακής σύναξης.
Εξετάζοντας τη σημασία τέλεσης της αρχαιοπρεπούς Θείας Λειτουργίας του Αποστόλου Ιακώβου παρατηρούμε τη σπουδαιότητα που ενέχει για την ευχαριστιακή κοινότητα. Η τέλεσή της είναι πολλαπλά ευεργετική. Αφενός, ανανεώνει και αναρριπίζει τη λειτουργική ευσέβεια και τα ενδιαφέροντα των πιστών. Αφετέρου, καθιστά όλους όσους μετέχουν σε αυτή κοινωνούς του τρόπου λατρείας άλλων περιοχών και εποχών, ενώ μας γνωστοποιεί διαφορετικές λειτουργικές μορφές της χριστιανικής οικουμένης. Η επιτέλεση του λειτουργικού τύπου του Αποστόλου Ιακώβου κεντρίζει το λειτουργικό ενδιαφέρον και αναθερμαίνει τον πόθο για μετοχή στην αναίμακτη μυσταγωγία. Διά της αρχαϊκής Λειτουργίας του Ιακώβου ο πιστός αποχωρίζεται από τη συνήθη παθητικότητα μπροστά στην τέλεση του μυστηρίου, ενεργοποιείται και μετέχει σαν ζωντανό και όχι απομονωμένο μέλος της κοινότητας. Ο ιακώβειος λειτουργικός τύπος ανυψώνει τον πιστό από την εν τόπω και χρόνω τελεσιουργία στη λογική λατρεία, ώστε σύμφωνα με τους λόγους του Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων να γίνουμε όλοι «σύσσωμοι και σύναιμοι Χριστού».
Γεώργιος Ζαραβέλας

