ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ

Μας τα ‘παν άλλοι…

Από μέρες πριν κανονίζαμε τις παρέες για  τα κάλαντα.  Πιο περιζήτητοι όσοι είχαν πολλούς συγγενείς στη  γειτονιά. Προσέχαμε  να μην υπάρχουν στην παρέα  πολύ μεγαλύτερα παιδιά, γιατί μας έριχναν στη μοιρασιά.

Τα τρίγωνα σπάνια, φτιαγμένα  από  ότι  υλικό  βρίσκαμε.  Την ορχήστρα συμπλήρωναν κουδουνάκια, δανεισμένα από   τα  σκυλιά  του  σπιτιού,  και κάποιο τσίγκινο ταμπούρλο.

Τις   παραμονές  πρόβες και προσπάθεια  να   μαζέψουμε τα λόγια από τους μεγάλους. Μισά νησιώτικα, μισά  μοραΐτικα. Γεμάτα θρησκευτικές  αναφορές , ευχές  και παινέματα  για   τους  νοικοκυραίους, καλοπιάσματα για ένα καλό φιλοδώρημα.

« Σ΄αυτό το σπίτι πού’ ρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει» .
« Κυρά καλή, κυρά χρυσή, κυρά  μου παινεμένη ».
« Ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει».

Εκείνα  τα  χρόνια ο  Άγιος – Βασίλης  ερχόταν  από  την Καισάρεια, Καισαρεία  την ήθελε  η  ομοιοκαταληξία και όχι από τον χιονισμένο Βορρά με έλκηθρο.

Ο  Αη- Γιάννης  ο  πρόδρομος βάφτιζε  τον Χριστό στον Ιορδάνη, χωρις  να  κινδυνεύει να φάει καμία αδέσποτη.

Η Παναγιά η Δέσποινα, επιτηρούσε τα  εορταστικά  γαστριμαργικά δρώμενα και έφτιαχνε, με τα  θυμιατούρια στα δάχτυλα, την ατμόσφαιρα, μαζί με τις μυρουδιές της κουζίνας.

Κι’ εμείς , « μικρές χορωδίες και ορχήστρες του δρόμου»,  ξεκινούσαμε κρατώντας στα χέρια τη χειροποίητη φάτνη φτιαγμένη με τα λιθογραφημένα χαρτόνια  της χαρτοκοπτικής , αγορασμένα  με το  τελευταίο χαρτζιλίκι από τον Χρύσανθο.  Με  τη  γαλάζια  ζελατίνα  στο παράθυρο του στάβλου, τους μπρουμουτισμένους Μάγους, τα ζώα πάνω από το κεφάλι του Χριστού και δυό αγγελάκια να κρατάνε την επιγραφή: «Και επί γης ειρήνη». Άγνωστη  λέξη εκείνα τα χρόνια η  ειρήνη. Την είχαμε  ξαναδεί  γραμμένη στους τοίχους και στην πόρτα ενός «σπιτιού», δίπλα στο «Λαού»  στο Μεταξουργείο.

Ξυπνάγαμε  πρωί – πρωί,  καθαρίζαμε  τις φωνές μας, ισιώναμε   τους   Μάγους,  στεριώναμε   το  αστέρι   και αρχίζαμε  να  χτυπάμε τις πόρτες.  Αλλού ηλεκτρικά κουδούνια, αλλού μπρούντζινα χεράκια, αλλού μισάνοιχτες  αυλόπορτες που  μπαίναμε σαν τις γάτες.

Δεν   υπήρχε   εκείνες   τις   μέρες   πρωινό  χουζούρι. Πριν  βγει  ο ήλιος  τα  σεντόνια  ήταν  κρεμασμένα  στα παράθυρα και τα μπαλκόνια για  να  αεριστούν.

Οι νοικοκυρές  ανασκουμπωμένες  για  τις  τελευταίες προετοιμασίες.  Κι  εμείς μέσα στα ποδάρια τους να  κοιτάμε ο ένας τον  άλλον,  για το ποιος θα  αρχίσει πρώτος. Θες από ντροπή, θες  γιατί δεν  είχαμε  κάνει  αρκετές  πρόβες, θες  από  το τρακ που είχαμε. Χωρίς  να  το αντιλαμβανόμαστε, μπερδεύαμε  τη  Βηθλεέμ  με  την  Καισάρεια, τα αγγελάκια με τα περιστέρια και τους Μάγους με τον Ερυθρό Σταυρό (παρένθεση: Τότε η λέξη «κόκκινο» ήταν κακή , ενώ λέξη «ερυθρό» ήταν καλή).

Ο  στίχος  κοβόταν στη  μέση όταν  έπεφταν στον πρόχειρο  κουμπαρά  οι πενταροδεκάρες  και  φεύγαμε για  πιο κάτω με τον κουραμπιέ  στο χέρι  και ένα μπουκωμένο « και του  χρόνου ». Πού καιρός  για χάσιμο. Έπρεπε να προλάβουμε πριν από το «μας τά’ παν άλλοι ». Η  απάντηση  ερχόταν τότε αυθόρμητα στο στόμα  μας: « να σας  φάνε οι  παπαγάλοι» , από μέσα μας ή απ΄έξω μας , ανάλογα με την πόρτα

Υποχρεωτικό πέρασμα από τη θεία  τη  Θοδώρα . Ρητή  εντολή  από την κυρα – Αθηνά, τη μάνα  μου. Πάντα από την πόρτα της αυλής. Η κυρία είσοδος αμφιβάλλω  αν είχε ποτέ ανοίξει, για οποιονδήποτε.  Στα σκαλάκια της  κουζίνας έπρεπε   να   βγάλεις  τα παπούτσια σου. Γι’ αυτό, οι  επισκέψεις στη  θεία  Θοδώρα  γίνονταν σπάνια   και  πάντα  με καινούργιες κάλτσες.

Και  αφού  έλεγες  τα  κάλαντα, όλα, μέχρι το  τέλος,  λες  και  ήταν  χωράφι  για να  το  ξακρίσεις, ερχόταν  το λαδομελομακάρονο που έπρεπε να το φας επί τόπου, χωρίς να ρίξεις ούτε ένα ψίχουλο κάτω και να  πεις ότι  σου άρεσε. Γι’ αυτό  και  χρειαζόταν η αυστηρή  εντολή  και  η ανάκριση μετά για  το αν  εκτελέστηκε η επίσκεψη .

Μοίρασμα του κουμπαρά  και  κατ’ ευθείαν στον Χρύσανθο. Λίγες τσάρλεστον, καινούργια σβούρα, γκαζές και  λάστιχα για τη σφεντόνα. Τα ρέστα  καβάτζα  για σπάγγους και  λαδόκολλες  για τον  χαρταετό. Οι Απόκριες άρχιζαν για μας πολύ νωρίς, όπως και τα σχολειά. Έφταιγε εκείνο το:

  « Κυρά μου τον υιόκα σου
τον μοσχαναθρεμμένο
γιά πλύν’ τονε και χτένισ’ τον
και στείλ’ τον στο σχολειό του. »

Μόνο που εκεί ο  Δάσκαλος  δεν περίμενε με  « δυο κλωνάρια μόσχο» αλλά με « μια βέργα, τόση ».

Και  του  χρόνου,  με ειρήνη .  Με  « ε »  ή  « Ε » ,  όπως θέλει  κανείς.

 

Γιάννης Τζεβελέκος (2) του Γιάννη Τζεβελέκου

About the author

aeginalight

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.