ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Ο Δρόμος

Written by aeginalight

του Γιάννη Τζεβελέκου. Η Ιοκάστης ήταν ένας ταπεινός χωματόδρομος που ξεκινούσε από τον Λόφο του Σκουζέ και τέλειωνε στον Λόφο του Κολωνού

Η Ιοκάστης ήταν ένας ταπεινός χωματόδρομος που ξεκινούσε από τον Λόφο του Σκουζέ και τέλειωνε στον Λόφο του Κολωνού. Ενας ταπεινός δρόμος με ένα μεγάλο όνομα, σε μια ιστορική περιοχή.

Γύρω του, και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, όλα τα Πρόσωπα – Ηρωες των Αρχαίων Τραγικών να κοσμούν τον γενέθλιο τόπο του μεγάλου Σοφοκλή. Οδός Ισμήνης, Οιδίποδα, Αντιγόνης, Ετεοκλή, Κρέοντα, Κάδμου, Αίμωνα. Μαζί τους και αυτοί που τους αγάπησαν. Οδός Μυλλέρου, οδός Λένορμαν, όπως εξελληνίσαμε τα ονόματά τους.

Ξεκινούσε ο δρόμος από τη σκηνή του θεάτρου – σινεμά – μπερντέ Καραγκιόζη  «Μποέμ» και τέλειωνε στό μυροβόλο καλοκαιρινό «Ακρον». Αυτά όμως ήταν για τους μεγάλους. Εμείς, οι πιτσιρικάδες  της δεκαετίας του ’40, είχαμε τις δικές μας πολιτιστικές εκδηλώσεις. Καραγκιόζη στην αυλή του Γιάννη, κουκλοθέατρο στην ταράτσα της Γιωργίας και τον πρόδρομο της «μικρής οθόνης», το « πανόραμα».

Ένα κουτί πάνω σ’ ένα στρίποδο στο σταυροδρόμι, με δύο τρία στρογγυλά παραθυράκια. Με λίγες δεκάρες, κολλούσαμε τη μούρη μας  στο  παραθυράκι  και  βλέπαμε τα  θαύματα  του κόσμου.                                                       
–« Νά ο Τάουρον Πάουρον που παλεύει με τα λιοντάρια στην Αφρική ».                                                                                            
— « Νά τ’ αραπάκια στο Νείλο ποταμό» .
–« Πού ΄ν΄ τα, μπάρμπα , δεν τα βλέπουμε».
–« Είναι νύχτα, είναι μαύρα, και δε φαίνονται »
–« Τράβα τη μύξα σου μικρέ, μη μού λερώσεις το γυαλί».

Από κοντά ερχόταν ο χαλβατζής και τότε εξόν από τις  μύξες, μας έτρεχαν και τα σάλια. Εκοβε τον πολίτικο χαλβά με το τσεκουράκι, κι όποιος άπλωνε το χέρι με τη  δεκάρα, έπαιρνε . Οι υπόλοιποι αύριο. Και αν.

Γιά  όλους  υπάρχει  ένα  αύριο ,  ακόμα   και   γι ’ αυτούς   που  ούτε  χαλβά πήραν, ούτε  δοκίμασαν το καϊμάκι παγωτό που έβαζε ο ασπροντυμένος παγωτατζής ανάμεσα στα μπισκοτάκια και σε πάχος ανάλογα με τις δεκάρες που κρατούσες. Δεν κρατούσες ; Μηδέν πάχος.  Ας έδινε τουλάχιστον τα μπισκοτάκια !

Καταμεσήμερο και ανηφόρα στην  Ιοκάστης, δύσκολα  τα πράγματα όταν σπρώχνεις το μεγάλο  καρότσι  με  τις τρείς ρόδες και την πλατφόρμα του γεμάτη  γκαζόζες  ξαπλωμένες  πάνω  στον μισολιωμένο  πάγο. Γκαζόζες άγνωστης προέλευσης, αμφίβολης μέχρι κακής  ποιότητας αλλά πολύ στη μόδα γιά τις κουρασμένες  νοικοκυρές της γειτονιάς. Αμέσως μετά τον πόλεμο, η      εποχή  του  καταναλωτισμού άρχιζε  σιγά – σιγά  με  τη  γκαζόζα , για να  φτάσει  στον κολοφώνα της σήμερα, μεταμορφωμένη σε  κόκα  – κόλα.

Πότε-πότε, φαινόταν και ένα ξωτικό, γρηά βγαλμένη από τα παραμύθια με μάγισσες, όλο ρυτίδα, με άσπρα  μπερδεμένα φουντωτά μαλλιά, με φαρδιές φούστες, σιγκούνια και ταγάρια  στον ώμο , που  με  μια απόκοσμη  αύρα και συμπεριφορά πουλούσε στις γυναίκες της  αυλής μυστηριώδεις  κρέμες  και καλλυντικά που  έβγαζε  από  το  σακούλι της,  « χωρίς    διάργυρο » ,  όπως έλεγε.

Περνούσε και ο τρελλο -Θανάσης με τα δυό κοφίνια του  πάνω  στον  γάιδαρο και  διαλαλούσε τα προ’ι’όντα   του:

«Ο  ραδιοφωνικός  σταθμός Αθηνών – Πειραιώς είπε να αγοράζετε  λεμόνια   από   τον  Θανάση »  .

Τότε τον λέγαμε τρελλό. Σήμερα το λέμε διαφήμιση . Μήπως  είναι  το  ίδιο ;

Ο γανωτζής έτοιμος να στήσει το μαγαζί σε κάποιο πεζοδρόμιο με χώμα, ο  ακονιστής με τον τροχό του , ο καρεκλάς με το  δεμάτι το ψαθί στην πλάτη, ο παπλωματάς με το θεώρατο δοξάρι του, τον κόπανο  και τις κιμωλίες για τα σχέδια, ο σκουπάς, ο  κολλητηρητζής που  έκανε κόλληση  πρώτης και δεύτερης  ποιότητας, ο γιαουρτάς με τα δυο ταψιά κρεμασμένα στό κοντάρι που ισορροπούσε σαν παλάντζα στους ώμους του, ο ψαράς με το λαδομπογιατισμένο γαλάζιο πανέρι στο κεφάλι και τα πατζάκια γυρισμένα λες και βρισκόταν στο γιαλό, ο κουλουρτζής, ο σφουγγαράς, ο λούστρος, η λατέρνα, ο κοσκινάς, κάνανε  ταχτικά την εμφάνισή τους. Κάτι σαν ντελίβερι δηλαδή. Μέχρι και με τον εισπράκτορα της Πάουερ έκλεινες ραντεβού πότε να περάσει για να πληρωθεί το ρεύμα.

Ενας κόσμος που άρχισε πάλι να ζεί από το τίποτα. Οι πρησμένες κοιλιές έδωσαν τη θέση τους στους χοντρούς πισινούς. Το πανόραμα στο Ντίτζιταλ – Σαράουντ, ο αρκουδιάρης στο Τσίρκο Μεντράνο, ο παγωτατζής στη ΦΑΓΕ, η γρηά από τα  παραμύθια στα Χόντος Σέντερ,      ο παπλωματάς στη Μέντια Στρώμ, ο καρεκλάς στον Εγγλεζάκη .

Και το κάρο του Δήμου της Αθήνας που περνούσε χτυπώντας το καμπανάκι του δυο φορές τη βδομάδα και περίσσευε, στα καθημερινά σκουπιδιάρικα με την πρέσσα που δεν μας  προλαβαίνουν.

Και δρόμος ξανάγινε δρόμος .
Μέ άσφαλτο.  
Μόνο γιά τα αυτοκίνητα.   Και μονόδρομος.
Και το πατρικό δόθηκε αντιπαροχή. Το τελευταίο στην γειτονιά.

Γιάννης Τζεβελέκος

About the author

aeginalight

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.