της Ιουλίας Χαρπίδου
από το “Τραγούδι του σπασμένου Ροδιού”
Σ’ ένα χωριό της Αίγινας, στο υπόγειο κάποιου σπιτιού, η ηρωίδα ζαλισμένη απ τις αναθυμιάσεις της μουστιάς αποκοιμιέται. Αποκοιμιέται και βλέπει το πιο παράξενο όνειρο της ζωής της. Όνειρο που με μιάν ανάλαφρη παιδικότητα, μεσ’ απ’ την τροχιά του Χρόνου, περνούν από μπρος της καταστάσεις και γεγονότα πριν και μετά το 1940. Βλέπει συνήθειες και παραδόσεις, ακούει λέξεις ξεχασμένες, μυρίζει οσμές λησμονισμένες. Κλαίει, γελάει, χαίρεται και τραγουδά, ώσπου εμφανίζεται το Θεριό. Το Θεριό που καταβρόχθισε και στιγμάτισε τη ζωή πολλών. Το Θεριό που ήταν και θα μείνει ορόσημο σ’ αυτό τον τόπο.
“Βαγία, ένα κομμάτι από την ψυχή μου.”
– «Ήρθ’ ο καιρός του τρυγητού… γενήκαν τα σταφύλια». Το Ιουλάκι φώναζε και στο χέρι κρατούσε, ένα καλαθάκι τόσο δα, μικρό σαν τυροβόλι.
– Για πού το έβαλες, μικρή, έτσι αρματωμένη; της φώναξα.
– Πάμε να τρυγήσουμε. Χαμπάρι δεν επήρες;
– Μα το καλάθι σου δε χωρά, ούτ’ ΕΝΑ τσαμπί σταφύλι. Τι τρυγητό μας τσαμπουνάς!! Πλάκα μωρέ μας κάνεις;
– Άκου να σου πω!! Άμα δε ξέρεις μη μιλάς εγώ δεν κάνω πλάκα. Όλοι θα κόβουν τα τσαμπιά, μα ‘γω τα καμπανέλια.
– Εμ έτσι! Πες μας το ντε, πες μας το.
– Ήρθε ο τρύγος, κόρη μου, είπ’ η Γιαγιά. Κι αν θες να ξέρεις απ’ τη Γαλέα θ’ αρχίσουμε σταφύλια να τρυγάμε. Είν’ η τελευταία χρονιά, που τη σοδειά θα καρπωθούμε. Το δες δα και μονάχη σου…. Πάνε, πάνε τ’ αμπέλια μας, Κανόνια τα γεμίσαν… Μαύρη η ώρα νάτανε… Μπουρλότο να γενούνε…
Και σηκώνοντας την προστέλλα της σφούγγισε τα δάκρυά της.
– Ωχ! Ωχ! Ωχ! Μου ράγισες πάλι την καρδιά, φώναξ’ απελπισμένα.
– Παιδί μου, έτσι συμφωνήσαμε, είπ’ ο παππούς. Ξελακκώσαμε τα κούτσουρα, φυτέψαμε νέα κλίματα, τα φύλλα τους παστρέψαμε, τα θειαφίσαμε ‘πο πάνω, με χόρτο δέσαμε τις βέργες τους, τώρα πια τρύγο θένε. Τζάμπα να πάει ο κόπος μας; Τόσο ιδρωτάρι τζάμπα;
– Όχι, βέβαια!!! Είπα και μουγκάθηκα.
Όλοι κάτω κατέβηκαν. Στ’ αμπέλια ξεχυθήκαν και οι φωνές τους φτάνανε ως την αντίπερα άκρη, που μπλέκονταν με τις φωνές και τις διαδηλώσεις. Εγώ στο σύννεφο έμεινα μόνη, ολομονάχη μου, αμίλητη και σκεπτική, να βλέπω τις δυο πάντες. Της Αθήνας που ήτανε η μια, η άλλη της Βαγίας.
Τα γεγονότα τρέχανε κι είχαμε εξελίξεις.
Φως φανάρι ήταν πια, πως από ώρα σε ώρα, ο πόλεμος θα ξέσπαγε.
Και οι κλαδούχοι κόβανε, με βία τους ροδίτες
και τα κοφίνια γέμιζαν, σαββατιανά, αυγουλάτα.
Οι γροθιές υψωνόντουσαν κι οι δρόμοι πλημμυρίζαν
δάκρυα οργής, δάκρυα απόγνωσης, δάκρυα αγωνίας και πόνου.
Ο κόμπος στο χτένι έφτασε και να έκρηξη εγένει.
Σα πυρωμένη λάβα, στους δρόμους εξεχύθηκε ο κόσμος οργισμένος.
Και άρχισε ο τρελός χορός, μέσα στο πατητήρι.
Κι αβέρτα ο μούστος έρεε γλυκός και μυρωδάτος.
Απελπισία, θλίψη, θυμός, ο πόνος τ’ αδικημένου,
ζητούσαν ακατάπαυστα εκδίκηση να πάρουν.
Κουτρουβαλώντας σούρανε, στη θάλασσα τα βαρέλια
και τά ‘πλυναν καλά-καλά καλά να καθαρίσουν.
Γλιτσιάζανε τα βότσαλα κι ο γιαλός μεθούσε.
Ξέραν τι τους περίμενε μα με νύχια και με δόντια όλοι «ΟΧΙ» φωνάζανε «ΟΧΙ»….
Σ’ αυτή τη γη δε θ’ αφήναν εχθρό να περπατήσει.
Τα πουρλάκια ξεχείλιζαν, οι ντούγιες αλλαχθήκαν και τα μουστοκάνατα γιόμιζαν, ως πάνω τα βαρέλια.
Βαρύ το τίμημα ήτανε θάρρος, τόλμη, παλικαριά, πίστη και υπερηφάνεια, πήδηξε απ’ τα μέσα τους κι άρχιζε να τους πνίγει.
Κόχλαζε στα βαρέλια η μουστιά κι εκλείναν τα υπόγεια,
άνθρωπος μέσα να μη μπει, ζάλη να μην τον πιάσει.
Με αγωνία πρόσμεναν, όλοι τούτη την ώρα,
που οι κάνουλες θ’ ανοίγανε και κρασί θα κυλούσε.
όλοι τους λαχταρούσανε λίγο κρασί να πιούνε.
Γλυκόπιοτο, λιαστό κρασί κρασάκι μυρωδάτο,
ρετσίνα κι αρετσίνωτο κρασί ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ.
Ήρθε όμως τώρα η στιγμή, πούρθαν τα πάνω-κάτω.
Το σύννεφο κατέβηκε, ως τ’ αλωνιού τη μάντρα κι όλοι πάνω ανέβηκαν χωρίς να πούνε λέξη. Αθόρυβοι, μελαγχολικοί, με το κεφάλι κάτω. Τότ’ ένα μαύρο σύννεφο, απλώθ’ απ’ άκρη σ’ άκρη. Η Βουή και το Μπουμπουνητό χαλούσανε τον κόσμο. Σκύβω με βία το βλέμμα μου κάτω και τι αντικρίζω; Πύρινες φλόγες φτάνανε, ώσαμε τα ουράνια και τα αεροπλάνα, πελώρια σιδερένια πουλιά, κράζαν και ρίχναν βόμβες. Η Αθήνα καιγότανε κι ο Πειραιάς επίσης.
– Φέρτε μου μαλλιά μπαμπάκια να βουλώκω τα φυτιά μου. Φώναζε και ξαναφώναζε ο Μπάρμπα Τραμπαράμπας.
– Τίποτα δεν άφησαν όρθιο οι Αναθεματισμένοι είπ’ ο θείος Νίκος κι ένας κόμπος του έσφιγγε με δύναμη το λαρύγγι.
– Παναγία μου βάλε το χέρι σου! Που να ‘ναι τα παιδιά μου; φώναζε κι έσκουζε η Γιαγιά, τραβώντας τα μαλλιά της.
– Δυστυχία μας, πως θ’ αντέξουμε; Ανάθεμα τους Ναζήδες. Ο παππούς καταριότανε. Ρημάδι κάνανε τη γη, γκρεμίσανε τα πάντα, ούτε ιερό έχουνε, ούτε όσιο Αφορεσμένοι νάναι.
Κλαίγαν όλοι και βρίζανε τους στυγερούς κακούργους.
Το σύννεφο με άφηνε να ξεγλιστρώ απ’ τη γήινη ύπαρξή μου και να γίνομαι τώρα πια, μάρτυρας των πιο σκληρών γεγονότων.

