Μην πάει ο νους σας στα γκαζάκια όπως τα ξέρουμε σήμερα. Μπορεί μερικά παιδιά από μας να ήταν αρκετά ζωηρά, αλλά δεν φθάναμε ως εκεί. Όχι για κάποιο άλλο λόγο, απλά δεν είχαν ακόμα εφευρεθεί. Αλλιώς …
Πρόκειται για τα ξεχασμένα πια γκαζάκια ή γυάλινες ή γκαζές που παίζαμε εκείνα τα χρόνια. Κοντά στις γκαζές και οι μπίλιες, ατσάλινες από ρουλεμάν. Και οι φτωχοί συγγενείς, οι χωμάτινοι χρωματιστοί βόλοι.
Το παιχνίδι παιζόταν στους χωματόδρομους της γειτονιάς. Μαζί με τους χωματόδρομους χάθηκε και το παιχνίδι. Χάθηκαν και λέξεις από το λεξιλόγιο των παιδιών.
Μπάστακας, γκεζί, τριγωνάκι, μπάζ, καρυδάκια, μεσ’ τα όλα, κουνητά και ακούνητα, ψάρεμα, καρφωτή, και άλλες που αντικαταστάθηκαν με πιο μοντέρνες όπως σερφάρω, μπάιτς, οθόνη, πίστα, στικάκι, κτλ.
Όμοια και ο χώρος που παιζόντουσαν τα παιχνίδια άλλαξε. Η αυλή, το πεζοδρόμιο, ο χωματόδρομος αντικαταστάθηκαν από εικονικούς ηλεκτρονικούς τόπους, πολλές φορές εξωπραγματικούς, όπου τα παιδιά χρησιμοποιώντας μέσα και ικανότητες που δεν τους έχει δώσει η φύση, προσπαθούν όχι μόνο να νικήσουν αλλά να σκοτώσουν τον αντίπαλο, διαθέτοντας όσες «ζωές» θέλουν. Και όλα αυτά με τις ευλογίες των μανάδων και των πατεράδων. Έτσι, για να εξασφαλίσουν από τη μεσημεριανή σιέστα μέχρι τη δωδεκάωρη απουσία από το σπίτι. Άγιος ο σκοπός. Να βγάλουν λεφτά για το μέλλον των παιδιών. Και το παρόν;
Οι βώλοι, όπως γράφουν τα βιβλία είναι ένα πολύ αρχαίο παιχνίδι, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο. Πολύ δημοφιλές και και πολύ βολικό. Τους κουβαλάς στην τσέπη σου. Τους κάνεις συλλογή. Τους χρησιμοποιείς σαν μέσο συναλλαγής. Δεν χρειάζεσαι ειδικό γήπεδο για να παίξεις. Και στο τέλος τους κάνεις βλήμα στη σφεντόνα σου.
Και τώρα, μέσα σε ένα γυάλινο βαζάκι επάνω στη βιβλιοθήκη, να σου θυμίζουν όλα τα παραπάνω.
Και τα χρόνια που πατούσαμε χώμα.
Γιάννης Τζεβελέκος

