του Χρήστου Ρέππα
ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ : Η Ριζοσπαστική φωνή
της «Ελληνικής Νομαρχίας»
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΤΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ – ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ
Η επανάσταση του 1821 ως κορυφαίο ιστορικό γεγονός , με το οποίο θεμελιώνεται η ελληνική ανεξαρτησία και δημιουργείται το νεοελληνικό κράτος έχει πίσω της μια μακρά περίοδο ιδεολογικής προετοιμασίας. Η ιδεολογική αυτή προετοιμασία αρχίζει από τα μέσα του 18ου αιώνα και συνδέεται με την αναγέννηση της νεοελληνικής παιδείας. Είναι η εποχή που αλλάζουν ουσιαστικά οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στον ελληνικό χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας , ειδικά με τη συνθήκη του Κιουτσούκ – Καϊναρτζή (1774) με την οποία δίνεται μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας. Από την ανάπτυξη αυτών των οικονομικών δραστηριοτήτων αναδύεται μια νέα κοινωνική τάξη , η αστική που θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στις μετέπειτα εξελίξεις και δημιουργείται ένα κοινωνικό περιβάλλον το οποίο είναι ιδιαίτερα δεκτικό στα νέα ιδεολογικά ρεύματα που την εποχή αυτή υπάρχουν στον ευρωπαϊκό χώρο.1 Μέσω των ελληνικών παροικιών της Ευρώπης αλλά και των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών θα φτάσουν στον ελληνικό χώρο και ειδικά εκεί που υπάρχουν εμπορικά κέντρα , οι ιδέες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Δεν πρόκειται για μια απλή μηχανιστική μεταφορά αλλά για μια δημιουργική σύζευξη με το κορυφαίο ζήτημα της εποχής , την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού και τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Με τις ιδέες του νεοελληνικού διαφωτισμού το αίτημα της ανεξαρτησίας αποκτά συγκεκριμένη υπόσταση, δεν είναι απλώς μια συλλογική επιθυμία αλλά γίνεται πολιτικό αίτημα και παίρνει σιγά – σιγά τη μορφή πολιτικού σχεδίου.2
Εκτός από το κορυφαίο έργο του Α. Κοραή και του Ρ. Βελεστινλή η πιο ρωμαλέα και ριζοσπαστική φωνή είναι ασφαλώς το κείμενο της ”Ελληνικής Νομαρχίας”, κείμενο του οποίου μέχρι σήμερα ο συγγραφέας παραμένει άγνωστος, παρά τις συστηματικές προσπάθειες της ιστορικής και φιλολογικής έρευνας. Ο τίτλος είναι ”Ελληνική Νομαρχία Ήτοι Λόγος Περί Ελευθερίας” Εν Ιταλία 1806. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το κείμενο έμεινε για δεκαετίες ολόκληρες από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους ανέκδοτο. Παρέμεινε στην αφάνεια και τη σιωπή γιατί το ριζοσπαστικό του περιεχόμενο είναι ασύμβατο με την ιστορική θεώρηση που έπλασε η εθνική ιστοριογραφία για την εποχή του και την ελληνική επανάσταση. Η σκληρή επίκριση του ανώτερου κλήρου και των προεστών δεν άφηνε περιθώρια για ένταξη του έργου στη ρομαντική μυθολογία του έθνους, το οποίο υποτίθεται ότι σύσσωμο επαναστάτησε ενάντια Οθωμανό τύραννο. Η Νομαρχία συνιστά μια μεγάλη παραφωνία σ΄ αυτή την κεντρική θέση της εθνικής ιστοριογραφίας , καθώς δείχνει και καταγγέλλει τα κοινωνικά και πολιτικά στηρίγματα της οθωμανικής κυριαρχίας μέσα στις ιθύνουσες τάξεις και θεσμούς της τότε ελληνικής κοινωνίας.
Στους πρώτους νεοελληνιστές του 19ου αιώνα το έργο είναι γνωστό αλλά η έρευνα γύρω απ’ αυτό παραμένει σε στενά γραμματολογικά πλαίσια και περιορίζεται σε προβληματισμούς γύρω από το όνομα του συγγραφέα του. Ο Α. Παπαδόπουλος – Βρεττός , ο Κ. Σάθας και ο Σπ. Λάμπρου αναφέρουν στα έργα τους τη Νομαρχία. Ο Ν. Βέης θα την γνωρίσει από το πρωτότυπο του 1806 στις αρχές του 20ου αιώνα και θα τον απασχολήσει κυρίως το πρόβλημα του προσώπου του συγγραφέα της. Ο Γ. Κορδάτος στην έκδοση της ‘’Νεοελληνικής Πολιτικής Ιστορίας’’ το 1925 θα κάνει ευρεία χρήση του έργου ως ιστορικής πηγής. Αυτό δημιούργησε και τις προϋποθέσεις για να γίνει το κείμενο ευρύτερα γνωστό. Η έκδοση θα γίνει για πρώτη φορά το 1948 από τον Ν. Β. Τωμαδάκη, οποίος προσπαθεί να προλάβει την έκδοσή του με πιο ”αιρετικές” ερμηνείες, όπως αυτή του Γ. Βαλέτα που θα γίνει ένα χρόνο αργότερα. (1949).
Βάση της σκέψης του ”Ανώνυμου” είναι η κοινωνική και πολιτική θεωρία του ευρωπαϊκού διαφωτισμού[1] αλλά και η αρχαία ελληνική σκέψη (Αριστοτέλης , Πλούταρχος , Ξενοφώντας , Πολύβιος), ο Μακιαβέλλι και μερικά στοιχεία πρώιμου σοσιαλισμού. 3
Ο συγγραφέας του παρουσιάζεται με τον τίτλο ‘’Ανώνυμος ο Έλληνας’’. Ο ίδιος στο διάλογο των τριών φίλων που παραθέτει στο τέλος του έργου , όταν ρωτήθηκε απ΄ αυτούς για τους λόγους που τον παρακίνησαν να γράψει το έργο αυτό, αναφέρει ότι δεν θεωρεί αναγκαίο να γνωστοποιήσει τ΄όνομά του .
«Ο ΣΥΓ… Μάλιστα βλέπεις ότι δεν έβαλα ούτε τ’ όνομά μου εις τον τίτλον. Ο Κ. Μερικοί δεν βάζουν ούτε τ’ όνομά τους , δια ν΄αποφύγουν τας κατακρίσεις , οπού τους τυχαίνουν. Ο Σ. Ουχί ω Κ. Ο φίλος μας δεν το έβαλεν , δια τας αιτίας όπου ηξεύρομεν. Ο ΣΥΓ. Σας βεβαιώ ως αδελφός , ότι και αι αιτίαι οπού λέγεις , αν δεν ήθελε ήτον , μ΄όλον τούτο δεν ήθελα το βάλει , ως μη αναγκαίον…»4
Έχουμε εδώ, από την πλευρά του συγγραφέα, την έλλειψη οποιασδήποτε διάθεσης αυτοπροβολής. Το έργο του είναι μια προσπάθεια να παρακινήσει τους σκλαβωμένους Έλληνες σε αγώνα για την ελευθερία και μπροστά σ΄ αυτό τον ιερό σκοπό προφανώς δεν έχει καμιά σημασία το πρόσωπο που γράφει, αλλά το περιεχόμενο του έργου. Βέβαια δεν αποκλείονται καθόλου στο διάλογο οι λόγοι της συνωμοτικότητας. Η διαπίστωση του ενός από τους δύο φίλους και συνομιλητές ότι δεν έβαλε τ΄ όνομά του για τους λόγους που ξέρουμε αλλά και το συνωμοτικό πνεύμα με το οποίο διεξάγεται η συγκεκριμένη συζήτηση δείχνουν ότι η ανάγκη της μυστικότητας ήταν σημαντική για την επιβίωση του συγγραφέα του έργου. Ο συγγραφέας μας το δίνει επίσης να το καταλάβουμε αυτό με τον τρόπο που τελειώνει ο διάλογος των τριών φίλων στο τέλος του έργου. Αναγκάζονται να τον διακόψουν, επειδή τους πλησιάζει ανεπιθύμητο πρόσωπο , το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να καταλάβει το περιεχόμενο της συζήτησής τους.
Οι συνθήκες της εποχής , τόσο στον ελληνικό χώρο όσο και στη διαποτισμένη από το πνεύμα της Γαλλικής Επανάστασης Ευρώπη, απαιτούν προσοχή. Οι ριζοσπαστικές ιδέες του δοκιμίου και ο έντονα καταγγελτικός του χαρακτήρας επιβάλλουν την ανωνυμία. Η αντίδραση στο φιλελεύθερο πνεύμα της επανάστασης είναι απανταχού παρούσα , όπως δείχνει η τύχη της επαναστατικής κίνησης του Ρήγα. Άλλωστε είναι η εποχή των συνωμοτικών ομαδοποιήσεων , όπως φαίνεται από τις περιπτώσεις των Καρμπονάρων και των ελεύθερων τεκτόνων. Οι τελευταίοι όπως έχει αποδειχθεί από την ιστορική έρευνα έχουν επιρροή και στον ελλαδικό χώρο.(Επτάνησα , Θεσσαλονίκη , Σμύρνη) 5. Μέσα στο πολιτικό κλίμα της ανάπτυξης από τη μια φιλελευθέρων επαναστατικών ιδεών και από την άλλη της αμείλικτης καταδίωξης τους από την ευρωπαϊκή αντίδραση η έκδοση ανώνυμων κειμένων αποτελεί μια πρακτική που δεν χαρακτηρίζει μόνο τον ελληνικό χώρο αλλά ολόκληρη τη νοτιοανατολική Ευρώπη. Δεν είναι μόνο ο Ανώνυμος του 1806 που εκφράζει τις ιδέες του μη αποκαλύπτοντας το πρόσωπό του , αλλά και μια σειρά άλλα κείμενα της εποχής ακολουθούν τον ίδιο δρόμο. Έτσι έχουμε τον ΄΄Ανώνυμο του 1789 ΄΄ , τον ΄΄Ανώνυμο του 1796΄΄ τον ανώνυμο συγγραφέα του ΄΄Ρωσσοαγγλόγαλλου ΄΄ (1805) και τον ΄΄ Λίβελλο των Αρχιερέων ΄΄ (1810)6 Σε βαλκανικό επίπεδο έχουμε ανάλογα κείμενα την εποχή αυτή που προβάλλουν τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης γραμμένα στη ρουμάνικη γλώσσα τα οποία κυκλοφορούν χειρόγραφα στη Μολδαβία και την Τρανσυλβανία , το 1791 , το 1796 , το 1799 και το 1804 ΄΄7
Δείτε την συνέχεια του άρθρου εδώ : “Διαφωτισμός και πολιτική ελευθερία”
-ΤΟ ΕΡΓΟ : ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΚΑΙ Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΟΥ
-Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ‘’ΑΝΩΝΥΜΟΥ’’

