ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Ο Άγιος Διονύσιος της Συγνώμης

Written by aeginalight

Βοήθεια! σῶσε με· μήν καρτερεῖς·
στά σπλάχνα κρύψε με μέσα τῆς γῆς

Άγιος Διονύσιος ο Νέος, ο Ζακυνθινός Αρχιεπίσκοπος Αιγίνης,  πολιούχος Αίγινας και Ζακύνθου.

Ο Άγιος Διονύσιος, αφού ποίμανε για καιρό την επαρχία του, την Αίγινα,  παραιτήθηκε, γύρισε στην πατρίδα του τη Ζάκυνθο και πέρασε το υπόλοιπο του βίου του ως ηγούμενος στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας. Εκεί συνέβη η συνάντηση του Αγίου με τον φονιά του αδελφού του, τον οποίο συγχώρεσε και φυγάδευσε. Για τον λόγο  αυτό ονομάστηκε και «Άγιος της Συγνώμης».

Άγιος Διονύσιος

Ναός Αγίου Διονυσίου στην Αίγινα – Ναός Αγίου Διονυσίου στην Ζάκυνθο


Από το agiostherapon.blogspot.gr: “Ο  Γούμενος της Αναφωνήτριας”

Τό ποίημα «Ο ΓΟΥΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΦΩΝΗΤΡΙΑΣ» τοῦ  ζακυνθινοῦ ποιητῆ  Ἀνδρέα Μαρτζώκη ( 1849-1923), τό ὁποῖο πρωτοκυκλοφόρησε στήν Ἀθήνα ἀπό τό Τυπογραφεῖο τοῦ Ἀνέστη Κωνσταντινίδου τό 1889, ἀφιερωμένο ἀπό τόν ποιητή στούς Αἰγινῆτες ὡς ἑξῆς:
«Τοῖς ἀγαπητοῖς Αἰγινήταις, τό ταπεινόν τοῦτο ἒργον, ἐν ᾧ ἐξυμνεῖται, ἡ ἐξοχωτέρα τῶν πράξεων, Ἐκείνου, οὗ τό κλέος μετά τῶν Ζακυνθίων, εὐλαβῶς συμμερίζονται, ἀδελφοῖς δέ καί συμπολίταις, ἐν τῇ λατρεία τῆς σεπτῆς Αὐτοῦ μνήμης, μετά ζωηρᾶς ἀγάπης, καί  ἀκραιφνοῦς ὑπολήψεως, ἀνατίθησιν, ὁ ποιήσας».
Τό ποίημα αὐτό, «τό κάλλιστον τῶν ποιητικῶν ἒργων» τοῦ Μαρτζώκη κατά τόν ἱστορικό Λεωνίδα Ζώη, ἀφορᾶ στήν συγχώρηση ἀπό τόν Ἅγιο Γούμενο τῆς Ἀναφωνήτριας τοῦ φονιᾶ τοῦ ἲδιου τοῦ ἀδελφοῦ Του, ὁ ὁποῖος  καταδιωκόμενος κατέφυγε στήν ἀπόκρημνη ὀρεινή βορειοδυτική πλευρά τῆς Ζακύνθου γιά νά κρυφτεῖ. Μέ ἀπαράμιλλη δύναμη ποιητικῶν εἰκόνων καταφέρνει ὁ Μαρτζώκης νά μᾶς συγκλονίσει, τονίζοντας ἰδιαίτερα τίς ψυχικές ἐντάσεις καί δονήσεις τῶν ἡρώων του ὣς τήν κορυφαία ἒκφραση ἀνεξικακίας καί συγχωρητικότητας τοῦ Ἁγίου Διονυσίου.
αποσπάσματα:
…..
Τάχα ποιος εἶν̉ ὁ ἄγνωστος , ποιο νἆναι τ’ ὂνομά του;
Μήν εἶν̉ κανείς ἁμαρτωλός, πού για τά κρίματά του
μετανοιωμένος ἒρχεται στήν ἃγια μοναξία, γιά να ζητήση ὁ δύστυχος ἀπό την Παναγία
τό ματωμένο βότανο, τ’ ἀγκαθερό βοτάνι,
πού στοῦ Παιδιοῦ της το Σταυρό ἐφύτρωσε, βλαστάνει
γιά το σαράκι τ’ ἄγρυπνο, πού στην ψυχή φωλιάζει
τ’ ἁμαρτωλοῦ, κι’ ἀδιάκοπα τη γλύφει, τη σπαράζει;
Ἢ μήπως τοῦ Καλόγερου τή σπλαχνική καρδία
ἐδάγκασε, φαρμάκωσε ἡ μαύρη ἀχαριστία,
κι’ ὁ δύστυχος ἐμίσησε τον κόσμο, κι’ ἀπαρνήθη
τ’ ἄγριο θεριό, τον ἄνθρωπο, πού τ’ ἄνοιξε τά στήθη;
Στό διάβα του τά λούλουδα ἀνθοῦν, μοσχοβολοῦνε,
τό  ‘να μέ τ̉ ἄλλο σμίγουνε, γλυκά κρυφομιλοῦνε,

ὅπου πατήση, ὅπου διαβῆ, βγαίνει χλωρό χορτάρι,
κι̉ ὀμπρός του γέρνουν την κορφή ὁ πεῦκος, τό θυμάρι˙ (ἢ περνάρι)
οἱ βάτοι ἀπομακρύνονται μέ μιᾶς στό πέρασμά του.
Τάχα ποιός εἶν̉ ὁ ἄγνωστος, ποιό νἆναι τ̉ ὂνομά του;

κούζει τό ξέπορτο …
Σαν πεθαμένος μπαίνει ἓνας ἄγνωστος, χλωμός, σβημένος·
μέ τρόμο πίσω του ὃλο κοιτάει·
θαρρεῖ πώς κάποιος τόν κυνηγάει.
Δέρνουν τά μέλη του, τρέμ’ ἡ καρδιά του·
ἵδρωτας χύνεται στήν τραχηλιά του·
τά δάκρυα τρέχουνε, στή γῆ κυλᾶνε·
βαρειά τά γόνατα χάμου βροντᾶνε.
—Σῶσε με, Γούμενε! λάβ’ ἐσπλαχνία…
—Ἐδῶ πῶς βρέθηκες τέτοια νυχτία;
—Βοήθεια! σῶσε με· μήν καρτερεῖς·
στά σπλάχνα κρύψε με μέσα τῆς γῆς!
—Θέ μου! τά ροῦχα σου εἶναι βαμμένα…
—Ἒλεος , πατέρα μου, κάμε γιά μένα!
Ἂκου! πλακώσανε… Εἶναι σιμά!
Τ’ ἄσπρο τό φάντασμα τρέχει μπροστά!…
Ἂχ! νοιώθω, δύστυχε· νοιώθω, μαντεύω!…
—Ἒρχονται… Κρύψε με! ἔλεος γυρεύω!
—Θέ μου! στό χέρι σο υ τό ματωμένο
τό κρῖμα πὂκαμες βλέπω γραμμένο.
—Σῶσε με, Γούμενε, εὐλογημένε!
—Ἂνθρωπο σκότωσες, δυστυχισμένε!
Ποῖον ἐθανάτωσες; Πές μου, ἀποκρίσου!…
—Πρόφθασε, Γούμενε! σῶσε, σπλαχνίσου!
—Ποῖον ἐθανάτωσες; —Μή μ’ ἐρωτᾶς!… Ἒρχονται, ἔρχονται! Δέν ἀγροικᾶς;…
Βοήθεια! σῶσε με! μην καρτερεῖς…
Στα σπλάχνα κρύψε με μέσα τῆς γῆς!

—Θέ μου! τι ἔπαθες; τρέμεις; ἀχνίζεις…

Πές μου, πατέρα μου, γιατί δακρύζεις;
—Θλίβομαι, δύστυχε· πάσχω, πονῶ·
κλαίγω τό θῦμα σου…. Γιά σέ θρηνῶ.
Γιατί, ταλαίπωρε, με ποια καρδιά
τό χέρι αἱμάτωσες; γιά ποιάν αἰτία
τόν καλόν ἄρχοντα νά θανατώσης;…
—Σῶσε με, κρύψε με! μη με προδώσης!
—Θέ μου! ἀπ̉ τό χέρι σου τό αἶμα στάζει…
Κρύφτο… Τά στήθεια μου μοῦ τά σπαράζει!
—Βοήθεια! σῶσε με! μην καρτερεῖς…
Στά σπλάχνα κρύψε με μέσα τῆς γῆς!
—Ἂθλιε! τι ἔκαμες;… Εἶσαι φονιάς!
Τό αἶμα, πὂχυσες, δέν τ̉ ἀγροικᾶς;…
—Πρόφτασε, Γούμενε! σῶσε, σπλαχνίσου·
Αρχοντ̉ , ἐφθάσανε μέσ̉ στήν αὐλή σου!
—Ἂκου! Τό θῦμα σου παραπονιέται…
Μέσ̉ ἀπ̉ τό μνῆμα του σέ καταριέται!
—Πρόφθασε, σῶσε με…. Μέ κυνηγοῦνε,
ζητοῦν ἐκδίκηση, αἶμα διψοῦνε….
Σκληρέ! Τόν ἄνθρωπο μόνο φοβάσαι…. Θεός πώς βρίσκεται δέν τόν θυμᾶσαι;
Τοῦ πρώτου δύνασαι νά τοῦ κρυφθῆς·
τοῦ ἄλλου, δύστυχε, δέν ἠμπορεῖς!

….
Φύγε, φύγε! καιρός πλιό δέ μένει· τρέχα κάτου στήν ἀκρογιαλιά·

μία βαρκούλα ἐκεῖ θαὒρης δεμένη,
πάρτη, φύγε στά ξένα μακρυά!
Ὢ, πές μου, πές μου, δύστυχε, δέ θλίβετ᾿ ἡ καρδιά σου; Φαρμάκι μέσ᾿ στά στήθια σου δέν ἀγροικᾶς πικρό;
Γιά τό βαρύ δέν ἔκλαψες μεγάλο ἁμάρτημά σου;
Μετανοεῖς; Ἐζήτησες συχώριο ἀπ᾿ τό Θεό;
Τώρα ὁ φονιάς στό Γούμενο ὀμπρός γονατισμένος γέρνει τό ὑγρό του μέτωπο καί τό χτυπάει στή γῆ˙
καί τό Χριστό κοιτάζοντας, χλωμός καί δακρυσμένος,
γιά τό βαρύ τό κρῖμα του συγχώρεση ζητεῖ.
Προσεύχεται… Τό δάκρυ του ὁλόθερμο κυλάει˙ ἡ ἀθλία ψυχή βαφτίζεται… Χαμογελᾶ ὁ οὐρανός˙
τό θεῖο μυστήριο ὁ Γούμενος, τό βάφτισμα βλογάει˙
εἶν᾿ ὁ Χριστός ἀνάδοχος, ἐκεῖνος λειτουργός.
—Δόξα σοι, Κύριε… Ἐσώθηκε! —-Ὢ λόγο πού προφέρεις˙ Ἐσώθης! ξαναπέσμου τη τή λέξη τή γλυκειά!
Κλάψε… Μ᾿ αὐτά τά δάκρυα σου, ταλαίπωρε, δέν ξέρεις,
πόση γαλήνη ἐσκόρπισες στή δόλια μου καρδιά!

anafwnhtria

Μονή Παναγίας Αναφωνήτριας

Ο Άγιος Διονύσιος πέθανε στις 17 Δεκεμβρίου 1622 και τάφηκε στη Μονή Στροφάδων.

About the author

aeginalight

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.