Οι στιγμές της καθημερινότητας είναι ο αληθινός δείκτης του περίφημου πολιτισμού μας. Το σημερινό στιγμιότυπο δε θα φωτίσει κάποια όμορφη πλευρά μας, ίσως μας τρομάξει κιόλας λίγο για το πού έχουμε φτάσει. Αλλά είναι κομμάτι της πραγματικότητάς μας, γέννα της κατάστασής μας, κι αλλοίμονο αν δεν το πάρουμε υπόψη. Θα το βρούμε μπροστά μας χιλιάδες φορές τον επόμενο καιρό.
Η πολύ γνωστή μας 25χρονη Στέλλα Μαραγκού, (πρώην ιδιοκτήτρια του εστιατόριου Τομάτα), δέχεται στις 4 Αυγούστου, στις 8.30 το βράδυ, επίθεση από τρεις «σκουρόχρωμους» στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου, στην Αθήνα. Την χτυπάνε άσχημα, την πετάνε κάτω και την πατάν. Της παίρνουνε το τσαντάκι με τα 12 ευρώ και γίνονται καπνός, χωρίς κανείς από τους δεκάδες – έλληνες – αυτόπτες μάρτυρες να κάνει το παραμικρό. Η Στέλλα, χτυπημένη, παραμένει αβοήθητη στο πεζοδρόμιο. Κανείς δεν πάει να τη σηκώσει. Ένας κύριος, ένα παλικάρι, της πηγαίνει μετά από κάποια ώρα ένα μπουκάλι νερό. Η Στέλλα παίρνει από το κινητό που είχε, ευτυχώς, στην τσέπη της τη μητέρα της, που έρχεται αλλόφρων μ’ ένα ταξί, για να την πάει στον Ερυθρό. Κι εκεί ο υπεύθυνος του γραφείου κίνησης ρωτάει αν είναι ασφαλισμένη η τραυματίας. Η Στέλλα απαντάει όχι, είχε μια επιχείρηση αλλά την έκλεισε και δεν είναι πια στο ΤΕΒΕ. Τότε ο υπεύθυνος ζητάει 75 ευρώ για να γίνει η εισαγωγή. Η μητέρα έχει πάνω της μόνο 45, κι ο υπεύθυνος τις διώχνει.
Το περιστατικό αφηγείται ο πατέρας της νεαρής κοπέλας. Αηδιασμένος και μπουχτισμένος. Δεν ξέρει με ποιον να τα πρωτοβάλει, μα περισσότερο τον τσούζει, σίγουρα, η απραξία των συμπατριωτών του, στην 3ης Σεπτεμβρίου, και η αναλγησία του κράτους του, στον Ερυθρό, παρά η επίθεση των 3 σκουρόχρωμων καθαυτή. «Ρε, να μην πάει ένας να τη σηκώσει, και μετά να την πετάξουν έξω από το νοσοκομείο, χτυπημένο παιδί; Θύμα ληστείας, μέσα στο δρόμο;» Δεν το χωράει το μυαλό του: «Τι γονίδιο κουβαλάμε; Έχουμε χάσει το αυτονόητο. Το αυτονόητο χάθηκε. Δεν πρόκειται να βγει άκρη. Ξέρεις, το αυτονόητο –αυτό είναι βουνό, κι αυτό είναι θάλασσα. Χάθηκε. Δεν πρόκειται να βγει άκρη.»
Του έρχονται διάφορες σκέψεις στο μυαλό, να μάθει υπηρεσιακά ποιος ήταν υπεύθυνος βάρδιας στο γραφείο κίνησης εκείνη την ώρα και να πάει να του σφίξει το χέρι, να του πει, «Συγχαρητήρια, ρε φίλε. Εύχομαι να μη συμβεί τίποτα τέτοιο στο δικό σου παιδί.» Αλλά του έρχονται κι άλλα: να βρει καμιά δανεική βάρκα, να βγει για χταπόδια και καλαμάρια, να φορτώσει τον καταψύκτη, «για όλους μας, ξέρεις, γύρω-γύρω, γιατί έρχονται δύσκολα και πρέπει να έχουμε να μοιραζόμαστε.»
Κρατάμε το τελευταίο, γιατί δε μπορεί να πάνε όλα στράφι.
Aegina Light

