Τον έχουμε δει και ξαναδεί στο νησί, να παίζει το μελένιο, θαλασσινό μπουζούκι του και να μας ταξιδεύει, μαζί με τη Χριστίνα στη φωνή, μεσημέρι ή βράδυ, στην Αυλή, στα Περδικιώτικα, στην Πρόκα, στην Αλχημεία, στο Κάππος Έτσι, στο Κυβερνείο παλιότερα, στο Χαγιάτι. Κι ακούς κάθε φορά ένα βουητό από πριν: Α, έρχεται ο Αλέξανδρος, θα παίξει εκεί, όπου μαζεύεται το μελίσσι, να τον χαρεί και να τον ακούσει. Ψάχνοντας να βρούμε ποιος είναι αυτός ο Γερμανός στην καταγωγή μουσικός που έχει καταφέρει να εδραιώσει μια τόσο στερεή κι αδιαμφισβήτητη σχέση με τον τόπο μας και τους ανθρώπους του, ανακαλύψαμε καταπληκτικά πράγματα. Μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας, στην κυριολεξία.
****
Το ραντεβού δίνεται στο Κέντρο Νεότητας της Μητρόπολης Ύδρας Σπετσών και Αιγίνης. Γνωρίζατε την ύπαρξή του; Προσωπικά ομολογώ πως όχι. Ένα εξαιρετικό κτίριο, σ’ ένα στενάκι δίπλα στη βιβλιοθήκη, που σήμερα βρίθει από δραστηριότητα, απαραίτητη και σημαντική όχι μόνο για τις μέρες μας αλλά και για το χτες και το αύριό μας. Που σημαίνει ότι προσφέρει μουσική παιδεία στην επόμενη γενιά, μυεί παιδιά στα παραδοσιακά όργανα και το ταξίδι της βυζαντινής μουσικής. (Θα επανέλθουμε σε αυριανό σημείωμα για τη σπουδαιότητα αυτής της προσπάθειας.)
Όπου βρίσκουμε εκεί τον Αλέξανδρο σαν όχι μόνο μουσικό που μας ψυχαγωγεί στα στέκια του νησιού, αλλά και σαν δάσκαλο των παιδιών μας στα παραδοσιακά μας όργανα. Ένας Γερμανός. Ένας «ξένος.» Από πού κι ως πού;
Α. L. «Γεννήθηκες στο Αμβούργο. Πώς προέκυψε η σχέση σου με την Ελλάδα;»
Α. Σ. «Είναι μεγάλη ιστορία. Οι γονείς μου ήταν λάτρεις της Ελλάδας, και καθώς ο πατέρας μου είναι συγγραφέας, κάνει ταξιδιωτικούς οδηγούς, κι ασχολείται και με τη φωτογραφία, με την όποια ευκαιρία ερχόμασταν οικογενειακά στη χώρα σας για να τραβήξει slides που μετά πρόβαλε στο Αμβούργο σε διαλέξεις ώστε να διαφημίσει την Ελλάδα σαν τουριστικό προορισμό. Έτσι πρωτοήρθα στα 4 χρόνια μου, και το πρώτο μέρος που μ’ έφεραν ήταν η Αίγινα.»
A. L. «Και τι κάνει σήμερα αυτός ο εξαιρετικός άνθρωπος; Ο πατέρας σου, εννοώ.»
Α. Σ. «Ασχολείται με ένα ορφανοτροφείο στις Ινδίες, όπου υποστηρίζει και μια φυλή ιθαγενών.»
(Αρχίζει να μοιάζει με παραμύθι, αλλά έχει κι άλλα ακόμα.)
Α. L. «Πρωτοέρχεσαι, λοιπόν, 4 ετών στο νησί. Και μετά;»
Α. Σ. «Νομίζω ότι έμεινε μέσα μου. Έχω κάποιες αναμνήσεις από χρώματα. Της Αγίας Μαρίνας, συγκεκριμένα, που δεν ήταν όπως είναι σήμερα. Ερχόμουν κάθε χρόνο στην Ελλάδα, μέχρι το 88 που εγκαταστάθηκα μόνιμα εδώ, ως μουσικός. Έχω δει κι έχω αγαπήσει κι άλλα μέρη, την Ικαρία, την Αμοργό, αλλά η Αίγινα ήταν πάντα ιδιαίτερη για μένα.»
Α. L. «Μπουζούκι πού έμαθες;»
Α. Σ. «Στη Γερμανία, αυτοδίδακτος. Δεν έβρισκα δάσκαλο. Μετά γνώρισα τον Χρήστο τον Πατούνα, έπαιζε κιθάρα, και πιάσαμε δουλειά σαν ντουέτο σε μια ταβέρνα ελληνική στη Γερμανία που λεγόταν Το Συρτάκι, και την είχε ο Λευτέρης Γιώρογλου, που μετά έκανε το Bolero στην Αίγινα.»
Α. L. «Άλλες ευτυχείς συμπτώσεις με το νησί;»
Α. Σ. «Η γυναίκα μου έτυχε να έχει ένα σπίτι στη Σουβάλα, κι οι γονείς μου έχτισαν πριν 6-7 χρόνια το δικό τους στο Μαραθώνα.»
Α. L. «Με το κέντρο νεότητας ποια είναι η σχέση σου;»
Α. Σ. «Διδάσκω εδώ, παραδοσιακά όργανα, δυο ή τρεις φορές το μήνα, και γίνεται πολύ καλή δουλειά.»
Α. L. «Τα επόμενα σχέδιά σου, Αλέξανδρε;»
Α. Σ. «Σήμερα πρέπει να φύγω νωρίς, γιατί παίζω σ’ έναν ικαριώτικο χορό στην Πάρνηθα, και στις 3 Μαρτίου, Κυριακή, παρουσιάζουμε το cd μου, ΜΕΤΑ ΤΗ ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ, στο θέατρο Εν Αθήναις, στην Τεχνόπολη.»
Επόμενη παράσταση, απ’ όσο ξέρει, στην Ελιά, ίσως στις 22 του μήνα. Φεύγω από τη συνέντευξη σα να με έχει φυσήξει ένας νέος, φρέσκος αέρας καταπρόσωπο.
Υ.Γ. Μου δάνεισε (χάρισε) το cd του και το άκουσα, άλλος ένας νέος, φρέσκος αέρας καταπρόσωπο.
Β. Τράπαλη
Φωτογραφίες Ν. Παπαϊωάννου



