Πριν από μερικά χρόνια τα Χριστούγεννα είχαν τη δική τους ξεχωριστή θέση στις καρδιές των ανθρώπων. Μικροί και μεγάλοι λαχταρούσαν πότε θα έρθουν αυτές οι άγιες μέρες, ο καθένας για το δικό το λόγο. Οι γυναίκες καθάριζαν τα σπίτια και φρόντιζαν να είναι περιποιημένα για να δεχτούν το μεγάλο μουσαφίρη που θα ερχόταν στις 25 του Δεκέμβρη. Ήταν πολύ σημαντικό και το καθάρισμα και το στόλισμα του σπιτιού. Δέντρα δεν είχαν τότε είχαν όμως απλότητα και αγάπη στην οικογένεια. Το όμόρφαιναν όμως τα καθαρά τραπεζομάντηλα και τα μελομακάρονα με τους κουραμπιέδες που καμάρωναν μέσα στις πιατέλες και περίμεναν τους λιχούδηδες. Τα παιδιά δεν ζητούσαν δώρα και παιχνίδια όπως σήμερα. Κανένα μπαλόνι η κάποια λαστιχένια μπάλα και η χαρά τους δεν περιγράφεται. Και συνήθως κάτι που επιθυμούσαν το αγόραζαν αφού έλεγαν τα κάλαντα. Δεν ξεμάκραιναν από τη γειτονιά πολύ, κυρίως τα κορίτσια και πήγαιναν μόνο στη γειτονιά η σε σπίτια συγγενών.
Αλλά για εκείνο που ξεχώριζαν οι νοικοκυρές εκείνης της εποχής ήταν το ζύμωμα, του χριστουγεννιάτικου ψωμιού.
Αξημέρωτα, η κ. Ντίνα σηκωνόταν την παραμονή των Χριστουγέννων για να ζυμώσει. Ιεροτελεστία το ζύμωμα. Την προηγούμενη το βράδυ είχε ετοιμάσει το προζύμι μέσα στη πλατιά πήλινη λεκάνη, στη μικρή της κουζίνα και την είχε σκεπάσει καλά σαν να ήταν παιδί, μην της κρυώσει. Άναβε την γκαζιέρα και έβαζε ένα μεγάλο καζάνι με νερό, που θα το έριχνε σιγά σιγά στη λεκάνη αργότερα, την ώρα που θα ανακάτευε το αλεύρι με το προζύμι. Η μικρή της κόρη θες από περιέργεια θες από συμπαράσταση, ίσως και από αγάπη και επιθυμία να ζήσει μαζί με τη μάνα τούτες τις παραδοσιακές συνήθειες, ξυπνούσε πρωί για να τη βοηθήσει. Θαύμαζε τα δουλεμένα χέρια της μάνας που προσπαθούσε με δύναμη να σμίξει το αλεύρι με το προζύμι και να το κάνει μία μάζα. Εκείνη της έλεγε να ρίχνει λίγο λίγο το νερό χλιαρό, γύριζε πολλές φορές τη ζύμη και με τις γροθιές της προσπαθούσε να την κάνει μια μεγάλη μπάλα. Και όταν το πετύχαινε, γρήγορα για να μην κρυώσει, έκοβε κομμάτια από το ζυμάρι το τοποθετούσε πρώτα πάνω στο σοφρά, το έπλαθε με τέχνη, σαν καλός γλύπτης και μετά το έβαζε στο ταψί που ήταν αλειμμένο με λάδι για να μην κολλήσει το ζυμάρι. Το κάθε Χριστόψωμο το φρόντιζε με πολύ αγάπη και μαεστρία. Έπαιρνε μικρά κομμάτια προζύμι, τα έπλαθε μακρόστενα και τα ακουμπούσε πάνω στο μεγάλο κομμάτι σε σχήμα σταυρού και στις τέσσερις άκρες του σταυρού σφήνωνε από ένα καρύδι. Μετά έβαζε η μικρή καρδιές από αμύγδαλο καθαρισμένες και ολόλευκες. Όταν τέλειωνε τις όμορφες κατασκευές, το ζυμάρι που περίσσευε το έκανε μικρές κουλούρες για το κάθε παιδί και ένα άλλο κομμάτι για τηγανίτες. Μετά τοποθετούσε τα ταψιά σε ζεστό χώρο, για να φουσκώσουν. Τα σκέπαζε σαν μωρά με κουβέρτα ειδικά για αυτήν τη δουλειά. Έριχνε ένα κούτσουρο στο τζάκι, έκλεινε τις πόρτες και όταν αυτά είχαν φουσκώσει, όπως έπρεπε, ολοκλήρωνε την ιεροτελεστία. Πέρναγε τα φουσκωμένα ψωμιά με αυγό κάπως ελαφρά σαν να έβαφε καμιά νύφη και η μικρή τα πασπάλιζε με σουσάμι. Ξέχασα να σας πω, ότι την ώρα του ζυμώματος έριχνε μυρωδικά, όπως μαστίχα, γλυκάνισο και μοσχομύριζαν. Τότε ήταν έτοιμα για το φούρνο της γειτονιάς. Πόσο λαχταρούσαν τούτο το ψωμί τα παιδιά!
Εκτός όμως από όλες αυτές τις προετοιμασίες, έπρεπε και η ψυχή να καθαριστεί για να δεχτεί το Χριστό, γι αυτό νήστευαν και έκαναν προσευχή ώστε την άλλη μέρα πρωί- πρωί να πάνε όλοι στην εκκλησία για να μεταλάβουν.
Το μεσημέρι το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι ήταν ευλογία Θεού και για αυτούς που είχαν και για αυτούς που δεν μπορούσαν να έχουν, φρόντιζε η κ. Ντίνα και τους έστελνε μοσχομυριστή γαλοπούλα αλλιώς δεν καθόταν η οικογένεια στο τραπέζι. Έτσι μόνο ένοιωθε καλά και αφού φώναζε τα παιδιά της κάθονταν όλοι στο τραπέζι έκαναν το σταυρό τους και ήταν ευλογία θεού να τους βλέπεις να χαίρονται και να πειράζονται.
Κάπως έτσι εξελίσσονταν τα πράγματα και την Πρωτοχρονιά.
Μόνο που μετά την εκκλησία έσπαγαν το ρόδι στην πόρτα του σπιτιού για να κάνουν καλό ποδαρικό στο σπίτι.Την πρώτη ημέρα του χρόνου ο πατέρας στέρνιαζε τα παιδιά με λίγο χαρτζιλίκι. Τα αγόρια έπαιζαν στριφτό κορώνα- γράμματα. Φωνές και μαλώματα. Μα αυτά είχαν και με αυτά έκαναν χαρά. Ήταν ευτυχισμένα και ξέγνοιαστα τα παιδιά τότε. Δεν γνώριζαν τίποτα από κατάθλιψη. Διασκέδαζαν, φώναζαν, γελούσαν, όλα τα γειτονόπουλα μια παρέα μια αγκαλιά.
Δεν είχαν τηλεοράσεις με τις τέλειες παρουσιάσεις των εγκλημάτων παντός είδους. Ένα ραδιόφωνο η κανένα γραμμόφωνο που οι μεγάλοι έβαζαν τραγούδια και διασκεδάζαμε. Οι γιορτές ήταν αληθινές. Δε σκεπτόντουσαν μνημόνια και χρέη. Είχαν αγάπη οι γειτονιές και αλληλοστήριξη. Πολλές οι δυσκολίες. Μα τα έβγαζαν πέρα. Δεν είχαν το φόβο οι άνθρωποι μη χάσουν το σπίτι τους.
Ενώ τώρα; Έτοιμα τα γλυκά από το ζαχαροπλαστείο, έτοιμο το ψωμί από το φούρνο και για εκκλησία τα ρεβεγιόν.
Όλα χρειάζονται, αλλά όλα πρέπει να κοστολογούνται. Για να ευτυχήσουμε πρέπει να αγαπάμε, να λησμονούμε τις κακές συνήθειες, να πιστεύουμε στον εαυτό μας και σε αυτά που με τόσες δυσκολίες οι μανάδες μας μετέφεραν, αφού πέρασαν πολέμους και κατοχή. Έμειναν πιστοί στις παραδόσεις. Η σημαία του κάθε λαού, της κάθε οικογένειας είναι τα ήθη και τα έθιμα του. Η αλλοτρίωση είναι και αυτή ένα είδος κατοχής. Ας γίνουμε καθοδηγητές του εαυτού μας. Να αγαπάμε την πατρίδα την οικογένεια να έχουμε πίστη στα ιδανικά μας, μα πάνω από όλα να σεβόμαστε και να αγαπάμε τον ίδιο μας τον εαυτό.
Φλώρα Αλυφαντή
φωτο: Νέλλη Πετροπούλου

