της Ιουλίας Χαρπίδου
Απόσπασμα από το “Τραγούδι του σπασμένου Ροδιού”
Ο μπάρμπα Γιάννης με τον παππού τα ούζα κατεβάζουν, τρώγοντας σαρδέλες παστές, σαρδέλες μέσ’ τ’ αλάτι, και ρούπι δε χαμπάριαζαν. Χωρατά μόνο λέγανε και βρίζανε το Χίτλερ, χτυπώντας τα ρακοπότηρα απάνω στο τραπέζι.
Κάποια στιγμή η θεία Αντριάννα το χέρι μου πιάνει και στ’ άλλο δωμάτιο με τραβά. Άρχισα να περιεργάζομαι όσα τριγύρω ήσαν, έτσι το μάτι μ’ έπεσε, σε μια καρέκλα πάνω. Ένα μακρύ κι στρογγυλό από χασέ μαξιλάρι σκεκότανε ολόρθο πάνω της σα μωρό φασκιωμένο. Σκεπασμένο τόχανε με μια λινή πετσέτα, ολόλευκη αστραφτερή σαν άσπρο περιστέρι…
– Τι είναι αυτό; είπα δείχνοντας τούτο το μαξιλάρι;
– Α! μάτια μου αυτό εδώ ήθελα να σου δείξω. «Κουσούνι» το λέμε, κι ως βλέπεις… νταντέλα πλέκουμε πάνω του Βρυξελλών ή απλούλα.
– Δαντέλα; έκαμα μ’ απορία.
– Βέβοια, βέβοια… να ‘πο κάτω είν’ το σκέδιό της. Εμείς με τις καρφίτσες, πορεύουμε τούτη την κλωστή που είναι τυλιγμένη στην άκρη απ’ τα ξυλάκια αυτά… Να κάτσε να σου δείξω.
Έτσι άρχισε με προσοχή, λίγο να ξεσκεπάζει κι η Νταντέλα φάνηκε και ήταν καρφιτσωμένη με πολλές καρφίτσες αρζαντέ. Αρζαντέ να μη σκουριάζουν. Κάτ’ απ’ τις καρφίτσες φάνταζε το χνάρι με το σχέδιο που ήτανε σε διάφανο χαρτί.
Έδειχνε όμορφα λέλουδα, σχήματα, πεταλούδες. Από μπεζ κλωστίτσες κρέμονταν, κάποια μικρά ξυλάκια, ως 20 πόντους το πολύ, με στρογγυλά κεφάλια.
Η θειά Αντριάννα κάθισε σε μια καρέκλα, πήρε το κουσούνι αγκαλιά κι ακουμπώντας τα πόδια της τα δυό σε μι’ άλλη, επιδέξια τα ξυλάκια άρχισε να κουνάει. Κρουτς… κρουτς… κρουτς, κροτάλιαξαν τα ξυλάκια κι η Δαντέλα Βρυξελλών αυγάτιζε και πλεκόταν.
– Τούτο πάνω είν’ δισκόπανο, μα και καρέ έχω πλέξει.
– Πω! πω! πόσος κόπος και χρόνος χρειάζεται για τούτο το πετσετάκι, «γεια στα χέρια σου» και «χαράς στην υπομονή σου» θεία. Θαυμάσιο είν’ όμως.
– Εμ! τα καλά και ωραία πράγματα, με κόπο τ’ αποκτάεις παιδί μου. Και έσκυψε και μου χάιδεψε τα μαλλιά.
φωτο: από την έκθεση “Ταλαντώσεις”

