του Γιάννη Τζεβελέκου
Ένα για κάθε άτομο της οικογένειας. Ψιλό χαρτονάκι με ζωγραφισμένα τετραγωνάκια με αριθμούς. Ένα κουπόνι για κάθε μέρα. Πήγαινα στο φούρνο του Ρίζου, Ιοκάστης και Ξανθίππης. Έκοβαν με το ψαλίδι προσεχτικά τα κουπόνια της ημέρας και τα κόλλαγαν σε κάτι μεγάλα χαρτιά, σαν εφημερίδες. Στον πάγκο η λαμαρίνα με το ψωμί, πώς είναι το παντεσπάνι. Έκοβε ο Ρίζος μπακλαβαδωτά κομμάτια και έκανε πως τα ζύγιζε.
Αυτό που λέγαμε ψωμί ήταν μισό – μισό καλαμπόκι και πριονίδι. Έτσι νόμιζα, ίσως να ήταν αλήθεια. Πάντως ζεστό -ζεστό τρωγόταν, γι’ αυτό και άρχιζα από το δρόμο για το σπίτι. Μια μέρα τσίμπησα τη γωνιά όταν ήμουν ακόμα μπροστά στον πάγκο. Ποιος είδε τον Ρίζο και δεν τον φοβήθηκε. Φαίνεται ότι πολλοί ζύγιζαν και στο σπίτι τη μπομπότα. Δε βαριέσαι. Έτσι κι’ αλλιώς λειψή την έδινε.
Στο μπακάλικο του κυρ – Μιχάλη του Μουστάκα, Βοσπόρου και Ιωαννίνων, τα πράγματα λιγοστά και ακόμα πιο λιγοστά τα ψώνια. Πάντα με το τεφτέρι, για να εξοφληθούν τα βερεσέδια στο τέλος του μήνα και έχει ο θεός.
Η Σοφία, η κόρη του Ρίζου και ο Τάκης, ο γιος του κυρ – Μιχάλη, συμμαθητές στο Δημοτικό. Τα πιο και τα μόνα καλοθρεμμένα.
Κάπου τότε βγήκαν και οι καινούργιες δραχμές. Τις αλλάζαμε, ένα εκατομμύριο παλιές με ένα τόσο δα μικρούλι χαρτονόμισμα των δύο δραχμών. Όσοι δεν πρόλαβαν, τους έμειναν τα «ρούβλια», έτσι τα έλεγαν. Μικρό το κακό, κανείς δεν είχε και πολλά.
Τουλάχιστον, έβρισκε κανείς κάτι να φάει. Είχε περάσει ο καιρός που πρησμένοι και ρακένδυτοι έψαχναν στους σκουπιδοντενεκέδες για κάτι φαγώσιμο. Άδικος κόπος.
Θυμάμαι, τα πρώτα χρόνια της Κατοχής, που το υπόγειο του σπιτιού μας είχε γίνει κοινόβιο. Ήταν το μόνο σπίτι στη γειτονιά που είχε δυο πλάκες τσιμέντο. Και έτσι, από καταφύγιο στην αρχή, έγινε, όταν πύκνωσαν οι συναγερμοί, σπίτι όλης της γειτονιάς. Κοιμόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλο και εμείς τα μικρά πολύ το διασκεδάζαμε.
Τότε, καθώς ο πατέρας μου ταξίδευε με τα τραίνα για τη δουλειά του, μάζευε η γειτονιά ό,τι ρούβλια είχε. Τα έπαιρνε σε ένα βαλιτσάκι, στις τσέπες δεν χωρούσαν και γύριζε με ένα – δυο τσουβάλια σιτάρι , κανένα μαυρομμάτικο φασόλι, ό,τι έβρισκε στη Θεσσαλία, καθώς και κούτες τσιγάρα.
Τον πρώτο καιρό, το σιτάρι το πήγαιναν οι μεγάλοι στον αλευρόμυλο Αγίου Μελετίου και Λιοσίων. Δεν άργησε να τους πάρουν χαμπάρι και να τους κάνουν ντου στο δρόμο. Μετά, αναλάβαμε εμείς τα μικρά. Χοροπηδώντας και παίζοντας ανεβαίναμε την ανηφόρα της Αγίου Μελετίου με το καρότσι. Μια – δυο φορές, ώσπου μας καταλάβανε και μας το πήρανε, μαζί με το καρότσι.
Από τότε και μετά, βράζανε οι γυναίκες στο υπόγειο το σιτάρι και το άπλωναν σε ένα μεγάλο ρηχό ταψί προίκα της μάνας μου. Έριχναν και μπόλικες σταφίδες και πέφταμε με τα μούτρα. Ό,τι έμενε, αν έμενε, ήταν για τους μεγάλους. Πάντως, κανείς δεν πέθανε από πείνα στη γειτονιά.
Τότε ήταν που ερχόντουσαν από άλλες γειτονιές γυναίκες με μπόγους, είτε ρούχα, είτε κρύσταλλα, είτε πορσελάνες, άλλες φορές ραπτομηχανές ή άλλα χρηστικά για να τα πουλήσουν. Ποιος, όμως, να αγοράσει; Τελικά, όλοι φεύγανε με την τσέπη γεμάτη σταφίδες ή φασόλια απ΄τα χέρια της κυρ’ Αθηνάς, κρυφά απ’ τους άλλους.
Η Μαύρη Αγορά και οι αποθήκες των Ιταλών που θα πουλούσαν και τη μάνα τους, έσωσε πολύ κόσμο.
Δεν ξέρω αν γι’αυτό τη γλύτωσαν όλοι οι δωσίλογοι μαυραγορίτες με το «βάστα Ρόμελ» ή επειδή ταίριαζαν γάντι με τη νέα τάξη πραγμάτων στον τόπο μας.
Όπως και οι φουρναραίοι με τα λειψά ζύγια τους την εποχή του Δελτίου, που ήταν ένα πολύτιμο εισιτήριο για τη ζωή. Ακόμα πιο πολύτιμο το Δελτίο των πεθαμένων, που τους έκρυβαν. Λίγα δράμια παραπάνω για τους ζωντανούς, το καλύτερο συχώριο.

