Οι ταμπέλες στις σπιτικές μαρμελάδες που σερβίρει το ξενοδοχείο Βαγία, στα διπλό-βραβευμένα πρωινά του, γράφουν: συστατικά, 60% φρούτα, 40% ζάχαρη, 100% αγάπη. Αν τα προσθέσουμε όλα μαζί, βγαίνει ένα προϊόν με 200% αξία. Υπερβολικό ακούγεται, έως και διαφημιστικός φανφαρονισμός, σε περίοδο γενικής έκπτωσης, και απολαβών και παροχών.
Ωστόσο, μια επιτόπου επίσκεψη σήμερα το πρωί, μας απέδειξε ότι μόνο λόγια δεν είναι. Κι επιπλέον, ότι η συνταγή ισχύει, παραλλαγμένη κατ’ είδος, για όλες τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ξενοδοχείου.
11.30 π.μ. Σε μια βεράντα πνιγμένη στο πράσινο και τα λουλούδια, οι πελάτες απολαμβάνουν δροσιά, ησυχία, μουσική τζαζ στα μεγάφωνα, κι ένα υπέροχο πρωινό.
Πίτες αρμυρές, ομελέτα, κέικ τριών ειδών, μαρμελάδες σπιτικές, χυμός, δροσερό νεράκι, συν καφέ ή τσάι. Σε ποσότητες που να φτάνουν και να περισσεύουν αραδειασμένα στον μπουφέ της εσωτερικής σαλοτραπεζαρίας με τα καλόγουστα παλιά έπιπλα.
Θα μπορούσες και να φιλοξενείσαι σ’ ένα αρχοντόσπιτο. Ως άνθρωπος που δικαιούσαι προσοχής και περιποίησης.
Επιπλέον, μέσα στο δίωρο της επίσκεψής μας, καταφτάνουν τρεις νέες αφίξεις. Τρία ζευγάρια.
Ο Νότης, τους υποδέχεται τελετουργικά: Τους οδηγεί σ’ ένα τραπέζι, το δροσερό νερό, το γλυκό για το καλωσόρισμα καταφτάνουν, κι έπειτα κάθεται μαζί τους. Βγάζει το I pad, ψάχνει στους χάρτες της Google, τους ρωτάει αν θα ήθελαν τη βοήθειά του πώς να περάσουν την πρώτη μέρα τους, κι οι οδηγίες ξεκινάνε: σημειώνει σ’ ένα χαρτί τα μονοπάτια που θα τους οδηγήσουν στην κοντινή Αφαία, το δρόμο που θα τους βγάλει στην καθαρότερη παραλία, τους ρωτάει τι έχουν όρεξη να φάνε για μεσημέρι – μαγειρευτά, της σούβλας ή ψαρικά – για να τους κατευθύνει, με δική του ευθύνη, στην ταβέρνα της περιοχής με τις καλύτερες τιμές και την καλύτερη ποιότητα.
Πάμε παρακάτω: ζητάμε από την ψυχή του ξενοδοχείου κι όλης της προσπάθειας, τη μητέρα του Νότη, Μαρία Χαλδαίου, να μας πει δυο λόγια για το ιστορικό της τουριστικής αυτής εππιχείρισης που αισθάνεσαι ότι βγάζει ασπροπρόσωπο όλο το νησί – κόντρα στο πλεόνασμα σκουπιδιών, την έλλειψη νερού, την επάρκεια σε λακκούβες. Στο ξενοδοχείο Βαγία αναδεικνύεται η Αίγινα του ανθρώπινου προφίλ, της προσπάθειας, του φιλότιμου.
Το ξενοδοχείο ξεκίνησε να χτίζεται από το 1982, για να λειτουργήσει πια κανονικά, με άδειες και όλα το ’85. Ο Νίκος Χαλδαίος – άντρας της Μαρίας – ήταν ναυτικός, και συνέχισε τα ταξίδια για να βγαίνουν χρήματα να ξεχρεωθεί η σημαντική επένδυση. Όλο το βάρος έπεσε από την αρχή στην αεικίνητη, γελαστή αυτή γυναίκα – ανεμοστρόβιλο, που δεν κάθεται ήσυχη 5 λετπά σε μια καρέκλα, από τη φύση της κι όχι μόνο χάριν της δουλειάς. Με πρωτοπόρα μυαλά στο κεφάλι τους βρήκαν μια αρχιτεκτόνισσα που “δούλευε στον ΕΟΤ, στους παραδοσιακούς οικισμούς” και της παράγγειλαν ότι δεν ήθελαν ένα τυπικό ξενοδοχειακό συγκρότημα, αλλά κάτι σαν δυο μεγάλα εξοχικά, με πολλά δωμάτια, ώστε να νιώθει ο επισκέπτης φιλοξενούμενος σε σπίτι κι όχι απρόσωπος πελάτης στη διαμονή του εκεί.
Το αποτέλεσμα δικαίωσε απόλυτα και το πρωτοποριακό όραμα και την επάρκεια της αρχιτεκτόνισσας: πάτιο εδώ, αυλίτσες με πεζούλες παραπέρα, μικρές ονειρικές γωνιές για απομόνωση, όλα το ένα πλάι στο άλλο, κι όλα προσωπικοί χώροι.
Το πρωινό που κέρδισε για το 2014 τη σημαντική διάκριση από το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδας για το “Παραδοσιακό Ελληνικό Πρωινό” και από το TripAdvisor με το “Badge of Excellence” για το 2014 αποτελεί μια πανδαισία γεύσεων αλλά και μια εκλεκτή προσφορά, δύσκολο να βρεις ακόμα και σε ξενοδοχεία πεντάστερα.
Για παράδειγμα, η τυρόπιττα: “Την φτιάχνω με μια συνταγή που έδωσε Λαρισαία παπαδιά όταν είχαν έρθει ένα γκρουπ, μαζί με τον παπά, από τη Λάρισα το ’85 να επισκεφτούν τον Άγιο Νεκτάριο. Μου είχε πει, Θα σου δώσω εγώ συνταγή για τυρόπιτα που δε θα βρεις πουθενά αλλού, να τη σερβίρεις για πρωινό”, ομολογεί η Μαρία.
Όσο για το γιο της Νότη, διάδοχο μαζί με τον αδερφό του Στέλιο, και παραστάτη στο τρέξιμο για το ιδιαίτερο και το μοναδικό: “Σίγουρα στη μάνα μας βασίζονται όλα, αλλά κι εγώ είμαι τελείως μέσα σ’ αυτό που γίνεται. Προσθέτω από τη μεριά μου ό,τι μπορώ. Οι προοπτικές είναι πολύ καλές, θεωρώ τη Βαγία το πιο όμορφο και πιο παρθένο μέρος του νησιού. Τα δάση να πάρεις, τις πεντακάθαρες παραλίες; Κι αυτό που παλεύουμε αποδίδει. Πάμε όλο και καλύτερα. Η πελατεία μας όχι μόνο αυξάνεται, αλλά και αποκτάμε συνέχεια πιστούς φιλοξενούμενους. Από τη μεριά μου συμβάλω με όποια ιδέα καινούρια έχω.
Ετοιμάζω για αυτούς που ενδιαφέρονται καθημερινές περιηγήσεις, κάνω μενού, ρωτώντας τους πελάτες, για ελληνικό φαγητό κάποιες βραδιές στο ξενοδοχείο, οργανώνω από πέρσι και θα το επαναλάβουμε και φέτος το Σεπτέμβρη, βραδιές ασπρόμαυρου κινηματογράφου, (που είναι κι η προσωπική μου αδυναμία): στήνουμε μια οθόνη και παίζουμε Μπόγκαρντ, Λορίν Μπακόλ, κι είναι πανέμορφα μέσα στη δροσιά και τις μπουκαμβίλιες, με αυτό το φιλικό κλίμα που έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε.”
“Ειδικά τα πρώτα χρόνια, όταν έρχονταν οι πελάτες φεύγοντας να με πληρώσουν, μέχρι που ντρεπόμουνα. Ένιωθα πως έπαιρνα λεφτά για κάτι που όφειλα ούτως ή άλλως να κάνω – να τους φιλοξενήσω και να τους περιποιηθώ.”
Βικτώρια Τράπαλη
φωτό: Νέλλη Πετροπούλου



