Συννέφιασες για να μου θυμίζεις τα περασμένα και να μου λες πως οι δρόμοι που χάραξα κρύβουν κάτι απ’ το λάθος. Άλλαξες χρώμα για να σημάνεις πως η ρότα μου πρέπει να αλλάξει πορεία, να’ βρει άλλη διεύθυνση, να πάρει άλλη φόρα που δε σκοντάφτει στο πάθος. Κι έριξες τις πρώτες σου ψιχάλες, με μια μικρή μαύρη απόχρωση, για να θυμίσεις πως το κλάμα δε σβήνει ποτέ, τι κι αν τα μάτια στερεύουν για λίγο. Παρέκαμψες τον ήλιο, για να προτάξεις με δικό σου εκτόπισμα και το νέο αέρα το μέλλον. Κι εγώ κρύφτηκα μην τυχόν και η αχνή σοροκάδα ψυχράνει το καυτό μου ιδρώτα. Απειλητικά έγινες χειμωνιάτικος ουρανέ μου. Με ρίχνεις πιο βαθιά στην αναζήτηση μου, οδηγείς τη σκέψη μου πάντοτε στο αύριο. Είναι -εν τέλει- αυτό, το αύριο, εκείνο που μου θολώνει το μυαλό και μου βαραίνει τόσο φρικτά το κεφάλι. Μη μου δίνεις μόνον μηνύματα ουρανέ, βάλε τ’ αστέρια να στήσουν τροχιά κι οδοδείκτες να γίνουν μες στο σκοτάδι. Μη μου θυμώνεις που δεν κάθομαι μόνη να σύρω μιαν άκρη, είναι που μόνη παλεύω, είναι που μόνη φοβάμαι και μόνη τριγυρνώ στα στενά.
Ουρανέ, μη με απελπίζεις κι εσύ. Όχι τουλάχιστον από τώρα. Δώσε μια παράταση στην ελπίδα μου.
Τόνια Ζαραβέλα

