Ο ζωγράφος Γιάννης Σανταντόνιο ζει μόνιμα στην Αίγινα και πρόσφατα έχει φιλοτεχνήσει αφιλοκερδώς δεξαμενές νερού στο νησί. Μία φιλική συζήτηση με τον πανεπιστημιακό Δημήτρη Ποταμιάνο.
Δ. Ποταμιάνος: Φίλε Γιάννη, ξέρεις βέβαια πόσο οι κάτοικοι του νησιού και οι επισκέπτες χαίρονται τις ζωγραφιές που έχεις κάνει πάνω στους ογκώδεις, τυφλούς γκρίζους τοίχους τεσσάρων δεξαμενών νερού του Δήμου Αίγινας. Με δική σου πρωτοβουλία και όχι με παραγγελία των δημοτικών αρχών. Θα ήθελα λοιπόν να μου πεις μερικά λόγια για το τι σε παρακίνησε να ζωγραφίσεις τις υπαίθριες τοιχογραφίες, στολίδια πλέον του νησιού μας. Κι αλήθεια, συνάντησες βοήθεια ή αντιθέτως εμπόδια στο έργο σου;
Γ. Σανταντόνιο: Εδώ και πάνω από 20 χρόνια δεν έχω επιζητήσει να κάνω έκθεση σε γκαλερί. Η δουλειά του ατελιέ αισθανόμουν ότι έπρεπε να βγει προς τα έξω, δηλαδή να πάω εγώ στον κόσμο και να δείξω τη δουλειά μου. Θέλοντας να τραβήξω τα μάτια του περαστικού, να εντυπωσιαστεί, να εκπλαγεί, να σταματήσει, να δει τις τοιχογραφίες. Ας το πούμε «κοινωνικοποίηση» της ζωγραφικής, έξω από τα εμπορικά κυκλώματα. Με αυτό το σκεπτικό “έσπρωξα” τη δουλειά μου προς μεγαλύτερο ρεαλισμό, προσπαθώντας να φτάσω ακόμη και στην οφθαλμαπάτη. Να επισημάνω ότι σ’ αυτή την αφιλοκερδή προσπάθεια βοήθησε πολύ η σύντροφός μου και ζωγράφος Κυριακή Χριστακοπούλου.
Στην τελευταία δεξαμενή που ζωγραφίσαμε στην Παχιοράχη αναπαριστάται μια νεαρή τουρίστρια να κάνει οτοστόπ μαζί με το σκυλάκι της. Πολλοί οδηγοί φρενάρουν για να την πάρουν στο αυτοκίνητό τους! Το βρίσκω αρκετά διασκεδαστικό! Όσο για το άλλο θέμα που με ρώτησες, αν είχα διευκολύνσεις ή εμπόδια θα σου απαντήσω απλώς ότι τα εμπόδια ήταν περισσότερα από τις διευκολύνσεις. Σταματάω εδώ. Βέβαια να πω ότι επί δημαρχίας Σ. Σακιώτη τιμήθηκα γι’ αυτό το έργο. Επίσης ο Σύλλογος Ενεργών Πολιτών Αίγινας μου προσέφερε αναμνηστική πλακέτα για την προσφορά μου στο 1ο Φεστιβάλ Φιστικιού.
Δ.Π.: Έχεις ζήσει πολλά χρόνια στο Παρίσι. Έκανες και εκεί τοιχογραφίες;
Γ.Σ.: Ναι, πράγματι, στο Παρίσι ήδη από το 1973 είχα αρχίσει να ζωγραφίζω δημόσιους τοίχους, όπως σε ένα νηπιαγωγείο και αλλού. Ίσως η πιο σημαντική ήταν μέσα σε ένα εργοστάσιο της Ρενό, στο Σεντ Ετιέν της νότιας Γαλλίας. Τεράστια επιφάνεια πάνω σε λαμαρίνα. Στα εγκαίνια της τοιχογραφίας, και συγχρόνως μιας νέας πτέρυγας του εργοστασίου, μας τίμησε με την παρουσία του ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Φρανσουά Μιτεράν.
Όταν επέστρεψα οριστικά στην Ελλάδα (μετά από 15 χρόνια, 1968-1983) ο Δήμος Ζωγράφου μου ανέθεσε να ζωγραφίσω μερικές τοιχογραφίες σε τυφλούς τοίχους πολυκατοικιών. Μία από αυτές ήταν δίπλα στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου, θεματικά αφιερωμένη στην εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Οι συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας όμως κάποια μέρα αποφάσισαν να βάψουν τον τοίχο σβήνοντας την τοιχογραφία. Άγνοια ή πολιτικά κίνητρα; Ποιος ξέρει. Ήθελα να προσφύγω στη Δικαιοσύνη, αλλά δεν μπόρεσα, επειδή το κτήριο δεν είχε χαρακτηριστεί διατηρητέο.
Δ.Π.: Δυστυχώς αυτά συμβαίνουν στην Ελλάδα. Κάναμε λοιπόν μια σύντομη παρουσίαση για τις τοιχογραφίες σου. Θα ήθελα όμως να μας πεις και δυο λόγια για τη δουλειά σου, γνωρίζοντας βέβαια ότι 50 χρόνια ζωγραφικής δεν μπορούν να αποτυπωθούν σε μερικές αράδες.
Γ.Σ.: Πριν από τρία χρόνια περίπου παρουσίασα τη διαχρονική δουλειά μου με τίτλο “50 Χρόνια Αναζήτησης και Ζωγραφικής”. Μάλιστα εσύ είχες προλογίσει εκείνη την εκδήλωση στο Λαογραφικό Μουσείο Αίγινας και για μιά ακόμη φορά σ’ ευχαριστώ. Η δουλειά μου λοιπόν χωρίζεται σε δυο βασικούς άξονες.
Πρώτη περίοδος είναι αυτή που ζωγραφίζω με τη βοήθεια του φωτός, προβάλλοντας τα αντι-κείμενά μου πάνω στον καμβά. Εγώ στο πίσω μέρος της επιφάνειας σχεδιάζω τις σιλουέτες τους, όπως σ’ ένα θέατρο σκιών. Όταν το αντικείμενο φύγει, παραμένει η σκιά του, δηλαδή η απουσία του. Μ’ αυτό τον τρόπο προτρέπω τον θεατή να δει το πραγματικό αντικείμενο (τον Άνθρωπο) ο οποίος βρίσκεται εκτός πίνακα. Αυτή τη δουλειά μου την ονόμασα Αντιζωγραφική, συγχρόνως όμως είχα μεταφράσει το τρισδιάστατο αντικείμενό μου σε δύο μόνο διαστάσεις, χωρίς βάθος ούτε προοπτική.
Στη δεύτερη περίοδο η προηγούμενη δουλειά με οδήγησε προοδευτικά προς τη φωτογραφία, χωρίς όμως να καταργώ τα όποια συμπεράσματα της πρώτης. Την περίοδο αυτή και μέχρι σήμερα ονομάζω “Κριτικό Φωτορεαλισμό”.
Δ.Π.: Το “κριτικό” πού αναφέρεται;
Γ.Σ.: Την κριτική την κάνω κυρίως στη φωτογραφία. Πιστεύω ότι δεν μπορεί να καταγράψει όλη την πραγματικότητα του αντικειμένου της. Η επέμβασή μου γίνεται με δυο τρόπους:
Πρώτον, μιμούμαι τη φωτογραφική γραφή και, δεύτερον, προσπαθώ να περάσω με αυτόν τον τρόπο (εφόσον η φωτογραφία υποτίθεται ότι είναι “δεδομένη”) εικαστικές και ζωγραφικές αξίες.
Δηλαδή “χρυσώνω το χάπι” για να γίνουν όλα αυτά αποδεκτά από τον θεατή, όπως γίνεται αποδεκτή και μία απλή φωτογραφία. Η ζωγραφική στις δεξαμενές ανήκει βέβαια σε αυτή τη δεύτερη περίοδο της δουλειάς μου.
Επιμέλεια: Α. Ζεμπίλας
πηγή: avgi.gr

