ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ

BACKSTAGE ΜΕ ΤΟ ΝΙΚΟ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟ

Ο Τζόναθαν Φράνζεν θεωρείται ο σημαντικότερος αμερικανός συγγραφέας των ημερών, μέχρι Αμερικανό Τολστόι τον έχουν πει. Πριν δυο χρόνια έγραψε ένα βιβλίο, το Freedom, του οποίου οι ήρωες, ο Γουόλτερ και η Πάτι,

της Βικτώριας Τράπαλη.

 Ο Τζόναθαν Φράνζεν θεωρείται ο σημαντικότερος αμερικανός συγγραφέας των ημερών, μέχρι Αμερικανό Τολστόι τον έχουν πει. Πριν δυο χρόνια έγραψε ένα βιβλίο, το Freedom, του οποίου οι ήρωες, ο Γουόλτερ και η Πάτι,  πηγαίνουν στο πρώτο τους ραντεβού σινεμά σε μια πανεπιστημιακή δωρεάν προβολή μιας ασπρόμαυρης ελληνικής ταινίας της δεκαετίας του ’50. Ο τίτλος της είναι «Τhe Fiend of Athens» και σύμφωνα με το ημερολόγιο της Πάτι (όπως το ανακαλεί στη μνήμη της αργότερα) είναι μια ταινία για έναν ντροπαλό, φοβισμένο τύπο με γυαλιά στην Αθήνα που μπλέκεται σε μια απίστευτη περιπέτεια….

Την απάντηση από πού κι ως πού ένας αμερικανός, νεαρός στην ηλικία Τολστόι χρησιμοποιεί εν έτει 2011 σα δομικό υλικό της δουλειάς του μια υπαρκτή ελληνική ταινία του ’56,  τη βρίσκουμε σε μια συνέντευξη του Φράνζεν στο Βήμα:

Δημοσιογράφος: Η ηρωίδα του μυθιστορήματός σας Πάτι  Μπέργκλαντ αναφέρεται σε μια ελληνική ταινία την οποία αποκαλεί «Ο δράκος της Αθήνας».  Πού είδατε το φιλμ;

 Φράνζεν: Ο Δράκος ήταν ο τίτλος της ταινίας στα ελληνικά, αν θυμάμαι καλά. Την είδα το 1979 στο Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγου. Ένας από τους αδελφούς μου σπούδαζε κινηματογράφο εκεί και εργαζόταν τότε ως μηχανικός προβολής στη διάρκεια ενός αφιερώματος στον ξένο κινηματογράφο.

– Σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα θυμόσασταν ακόμη την ταινία;

 – Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Αφενός είχε πολύ χιούμορ. Αφετέρου μου αρέσουν τα έργα που επινοούν ενδιαφέροντες τρόπους για να συνδέσουν τη μικρή καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων με την ευρύτερη ζωή της κοινωνίας στην οποία εντάσσονται.
http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=386668

Συμπέρασμα πρώτο: ο τρόπος που γίνονται τα πράγματα στη ζωή είναι τρέχα γύρευε. Είχε ο Φράνζεν, για παράδειγμα, έναν αδερφό που δούλευε μηχανικός προβολής σ’ ένα αφιέρωμα στον ξένο κινηματογράφο και ξαφνικά ψάχνουν απ’ όλο τον κόσμο να δουν στο you tube περί τίνος πρόκειται ο Δράκος…. στην κυριολεξία τρέχα γύρευε. Και πού να το πάρουμε από την αρχή.
Η συζήτηση γίνεται στο σπίτι του υπαίτιου – σκηνοθέτη της μυθικής ταινίας Νίκου Κούνδουρου, εδώ στο νησί, παραμυθένια, κινηματογραφικά, ως οφείλει. Να πίνεις κρητική ρακί, να μαθαίνεις τα απίστευτα στιγμιότυπα από απίστευτους ανθρώπους και να έχεις πιάτο μπροστά σου το Σαρωνικό, θέλει έμπνευση να το γυρίσεις σε πλάνο.

Αegina L.ight: «Διηγήσου μας λίγο τα παρασκήνια του Δράκου.»

Νίκος Κούνδουρος: «Τον Δράκο τον γύρισα όταν ήμουν 25,5 χρονών, σε κείμενα Καμπανέλη και Κούνδουρου (για τον εαυτό του μιλάει), και μουσική Χατζιδάκι. Γυρίστηκε με χρηματοδότηση φίλων. Όπου τελειώνει, κι ο Σκούρας φωνάζει 5 ιδιοκτήτες των 5 μεγαλύτερων κινηματογραφικών αιθουσών στην Αθήνα να τη δουν. Πέφτει μια άκρα σιωπή. Στην αρχή έλεγα μπορεί να ήταν επειδή εντυπωσιάστηκαν, αλλά άρχισαν ένας – ένας, δεν είναι για το κοινό μου, δεν έχουμε εμείς κουλτουριάρηδες, και τα συναφή. Σηκώνεται ο Σκούρας και λέει σ’ αυτόν που είχε το Αττικό: «Ανεβαίνει τη Δευτέρα!»

Έρχεται η Δευτέρα, γίνεται η προβολή, και να βρίζουν οι θεατές, να φωνάζουν, να θέλουν τα λεφτά τους πίσω. Λέει ο Σκούρας στον αιθουσάρχη να ανοίξει την πίσω πόρτα να φεύγουν οι δυσαρεστημένοι για να μην τους βλέπουν όσοι περίμεναν για την επόμενη παράσταση. Ε, κατέβηκε την ίδια μέρα. Μετά παίχτηκε 2-3 μέρες στο Rex, κι εκεί έγραψε η Αυγή μια κριτική, δεν υπάρχει εισαγγελέας να επέμβει σ’ αυτή την αθλιότητα; Πήρα κι εγώ το άρθρο, έκανα μια τεράστια φωτοτυπία και το κόλλησα παντού.»

Α. L. «Πότε ανακηρύχτηκε σε μια από τις 100 καλύτερες ευρωπαϊκές ταινίες;»

Ν. Κ. «Πριν 3 χρόνια νομίζω.»

Α. L. «Άλλη περιπέτεια του Δράκου;»

Ν. Κ. «Όταν με κάλεσαν στο φεστιβάλ Βενετίας. Ως τιμώμενο πρόσωπο, με καθίζουν σε ένα θεωρείο, αλλά σε λίγο έρχεται κάποιος και με ρωτάει, σας πειράζει να φέρουμε την κυρία Κάλλας στο θεωρείο σας; Ποια είναι η κυρία Κάλλας, ρωτάω εγώ. Όπου βεβαίως ήταν η Μαρία Κάλλας, Μενεγκίνι τότε, κι έρχεται κι αρχίζουμε να βλέπουμε την ταινία. Μόνο που δεν είχαμε υπότιτλους. Απόρησε η γυναίκα. Γιατί δεν έχετε υπότιτλους; Γιατί δεν είχαμε. Κάτι είχε γίνει και δεν είχαμε. Πάντως πήραμε υπέροχες κριτικές.»

(και μια διάκριση, ειδική μνεία συγκεκριμένα, απ’ ό, τι λέει το διαδίκτυο.)

Α. L. «Άλλες κινηματογραφικές περιπέτειες με τις ταινίες σου;»

Ν. Κ. «Με το 1922. Μας καλούνε στη Βουδαπέστη σ’ ένα φεστιβάλ. Τηλεφωνεί η τουρκική κυβέρνηση στην Ελλάδα ότι η ταινία είναι αντιτουρκική και δεν πρέπει να προβληθεί. Ο πρέσβης στη Βουδαπέστη, πανικόβλητος. Λένε τι θα κάνουμε, αποφασίζουν να προβάλουν τις Μικρές Αφροδίτες, που ήταν πάλι δικό μου για να μην υπάρξει κενό. Οι εκεί συνάδερφοί μου σκηνοθέτες πηγαίνουν και παίρνουν την κόπια του 1922 και πάνε στο χωριό του Μπελογιάννη σ’ ένα χώρο όπου μαζεύονταν για τις γιορτές, τα γενέθλια, τα βαφτίσια, οτιδήποτε. Είχα μαζί μου την πρωταγωνίστρια, την Ελεονώρα Σταθοπούλου, με τα τακούνια της, τις τουαλέτες της, κι έρχονταν όλοι από τα χωράφια με τα τρακτέρ, κουρασμένοι, άφηναν τις τσάπες έξω και μπαίνανε, με μια σεμνότητα, ακόμα το θυμάμαι. Κι όταν τέλειωσε η προβολή – ούτε ξέρω τι κατάλαβαν οι άνθρωποι – μας πήγαν σε κάτι τραπέζια που είχαν ετοιμάσει οι γυναίκες του νησιού, στρωμένα με τραπεζομάντηλα χειροποίητα, πολύ ωραία ατμόσφαιρα.»

Α. L. «Ακόμα μια ιστορία, γι ακόμα μια ταινία;»

Ν. Κ. «Οι Μικρές Αφροδίτες. Είχαν πάει στο φεστιβάλ Βερολίνου, όπου είχα ένα φίλο ομοφυλόφιλο, κριτικό κινηματογράφου, γερμανόφωνος ήταν, κι είχε μια τρυφερότητα, νοιαζότανε. Με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει, τσακίσου κι έλα. Γιατί; Γιατί παίρνεις βραβείο. 1ο βραβείο σκηνοθεσίας και 1ο βραβείο παραγωγής. Τσακίστηκα και πήγα. Μου δάνεισε ένα σακάκι άσπρο κι ένα παπιγιόν για την απονομή, κι ήταν κι ο Βίλι Μπραντ στη γιορτή για το τέλος του φεστιβάλ. Αυτή η ταινία είχε γυριστεί κυριολεκτικά με το τίποτε. Κανένας δεν είχε πληρωθεί, εγώ έκανα και τον οπερατέρ, η μάνα μου είχε ράψει τα κοστούμια. Μ’ εκπροσωπούσε η ΑΝΖΕΡΒΟΣ. Ο Ζερβός, δηλαδή, αυτός διαπραγματευόταν τα δικαιώματά μου. Όπου έρχεται και μου λέει, σου δίνουνε 20.000 δολάρια. Ο πούστης, ο φίλος μου, με σκουντάει: Όχι. Όχι, λέω κι εγώ. Ο Ζερβός γυρνάει πίσω με προσφορά 30.000 δολάρια. Όχι, λέει ο πούστης. Πάμε στα 40.000 δολάρια, όχι πάλι, κι έρχεται ο Ζερβός και λέει 60.000 δολάρια, και γυρνάω στο φίλο μου και του λέω, Άσε τα όχι, Ναι.

Πέντε μήνες μετά, μου τηλεφωνεί ο πούστης ο φίλος μου να πάω γιατί θα παίξουνε Αριστοφάνη στο DEUTSCHE THEATRE. Σαφώς και με ενδιαφέρει και σηκώνομαι να πάω, με τζάμπα εισιτήριο. Και μέσα στο αεροπλάνο με πλησιάζει ένας κύριος, Herr Koundouros, μου λέει. Ήταν ο Bischoff, ο μεγαλύτερος διανομέας ταινιών στη Γερμανία. Αγκαλιές, φιλιά, πρέπει να είσαι πολύ ευχαριστημένος, μου λέει, ε, πώς να μην είμαι;, απαντάω, με 60.000 δολάρια, ποιες 60.000 μου λέει, 200.000 ήτανε.  

Πάω με το όπλο στο Ζερβό. Στο στούντιο όλα κλεισμένα, κι ένα μεγάφωνο έλεγε, Νίκο μην κάνεις τρέλες, μην καταστρέφεις τη ζωή σου, άσε τους δικηγόρους να καθαρίσουν. Πάντως δε θα τον έτρωγα, στα πόδια θα τον πυροβολούσα μόνο.»

Τελικά καθαρίσανε οι δικηγόροι προφανώς. Γλίτωσαν και τα πόδια.

Α. L.  «Διαβάζουμε πως γύρισες πρόσφατα ακόμα μια ταινία, που διατείνεσαι ότι θα είναι η τελευταία σου.»

Ν. Κ. «Το Ένα Πλοίο Για Την Παλαιστίνη. Είναι μια ταινία πολιτική πέρα για πέρα κι αφορά τον πόλεμο Ισραήλ – Παλαιστίνης. Καταγγέλλει την αδιαφορία των Ευρωπαίων για μια σειρά γεγονότων, κι επεξεργάζεται ένα πλήθος από αναφορές πολιτικές στις 2 ώρες του κινηματογραφικού μύθου…»

Μιλάει, για το μύθο, ένα καράβι που παριστάνει ότι κουβαλάει στάρι αλλά κουβαλάει όπλα, από τον Παναμά στο Ισραήλ, για την ενίσχυση της πολεμικής επιθετικότητας των Εβραίων, και στο φόντο τρεις ομάδες, μια μασόνων, μια φτιαγμένη από γυναίκες βαλκανικών χωρών που πουλάνε το κορμί τους για χαρτιά νομιμοποίησης ή ταξιδιωτικά έγγραφα, και μια με παλαιστίνιους κομάντος. Βασισμένο σε αληθινή ιστορία, με πινελιές μυθοπλασίας μέσα.

Πότε θα το απολαύσουμε;

Απαντάει ο Αλέξανδρος Σπέντζος (της γνωστής από τα γεννοφάσκια μας Σπέντζος Φιλμ, ο οποίος τυχαίνει να έχει πεταχτεί για λίγες ώρες στο νησί και να βρίσκεται μπροστά στην κουβέντα, άρα το backstage συνεχίζεται) απαντάει, λοιπόν, πως θα προβληθεί το Σεπτέμβρη στο Παλλάς και μετά θα ξεκινήσει από μια δυο αίθουσες.

Α. L. «Πόσο μεγάλο βάρος είναι να αναλάβεις την προώθηση μιας ταινίας του Νίκου Κούνδουρου;»

Α. Σ. «Η ποιότητα είναι τόσο πεσμένη που πλέον κι οι παραγωγοί δυσκολεύονται να γυρίσουν ταινίες σαν του Νίκου. Ο Sidney Pollack είχε πει όταν γύριζε το Πέρα Από την Αφρική, Φοβάμαι πως είναι η τελευταία ταινία σαν αυτές που ξέραμε.»

Α. L. «Το βάζουμε κάτω, λοιπόν;»

Α. Σ. «Σε καμιά περίπτωση. Εδώ θέλω να πείσω το Νίκο να ξεκινήσουμε μια καινούρια ταινία, βασισμένη στον Όφι και το Κρίνο, του Καζαντζάκη.»

Που σημαίνει ότι η περιπέτεια συνεχίζεται, κι έχει απ’ όλα μέσα. Ακόμα κι ένα ψιλόβροχο, 1η του Ιούνη. Καληνύχτα, άρχοντες κι αρχόντισσες, πλάσματα της φαντασίας ή αληθινοί. Καληνύχτα.

About the author

aeginalight

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.