ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Ο σολομός ή Ο μύθος του Σισύφου

ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΣΤΙΓΜΗ που άρχισα να αισθάνομαι ήμουν μέσα σε μια διάφανη σφαίρα. Κυλούσα μέσα στο νερό, περιστρεφόμουνα, ξανακυλούσα. Δεν ένιωθα φόβο γιατί ήμουν ασφαλής. Εγώ ένιωθα έτσι γιατί δεν γνώριζα τον θάνατο. Δεν γνώριζα τίποτα.

  Michèle Μπαστιά

ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΣΤΙΓΜΗ που άρχισα να αισθάνομαι ήμουν μέσα σε μια διάφανη σφαίρα. Κυλούσα μέσα στο νερό, περιστρεφόμουνα, ξανακυλούσα. Δεν ένιωθα φόβο γιατί ήμουν ασφαλής. Εγώ ένιωθα έτσι γιατί δεν γνώριζα τον θάνατο. Δεν γνώριζα τίποτα.    

Σιγά σιγά όμως άρχισα να βλέπω έξω από τον «κόσμο μου». Έβλεπα φυτά που λικνίζονταν και αυτά. Περνούσα ανάμεσά τους και μου φαίνονταν τεράστια. Τα χρώματά τους άλλαζαν –άλλα ήταν μαύρα και με τρόμαζαν και άλλα είχαν ένα όμορφο πράσινο χρώμα γεμάτο φως. Κάτω από μένα ήταν πέτρες, κοχύλια, τα ριζά των  βράχων και άμμος. Από πάνω μια λαμπερή επιφάνεια. Τα ταξίδια με πήγαιναν πάνω κάτω και ανάμεσα σ’ αυτά τα δάση.

Κάθε μέρα που περνούσε ένιωθα τη σφαίρα να μικραίνει γύρω μου. Είχα μια άλλη αίσθηση του σώματός μου και δεν ξέρω πάλι γιατί ήξερα ότι είχε φτάσει η στιγμή να απελευθερωθώ απ’ αυτήν. Και έγινε αυτό που περίμενα απλά και μαγικά. Ένιωσα μιαν απόλυτη ευτυχία όταν κατάλαβα ότι μπορούσα να πηγαίνω όπου ήθελα εγώ και όχι πια η σφαίρα. Πήρα θάρρος, άρχισα να χρησιμοποιώ τα πτερύγιά μου και να μην φοβάμαι το δάσος. Κατέβαινα στο βυθό, άγγιζα τις πέτρες, έψαχνα μέσ’ την άμμο για τροφή. Γύρω μου ήταν και άλλοι. Κατάλαβα ότι αυτοί ήταν σαν και μένα, σαν να κολυμπούσα μέσα σ’ έναν τεράστιο καθρέπτη.

Μείναμε εκεί όλοι για κάποιο διάστημα. Μαθαίναμε και δυναμώναμε. Γιατί; Πάλι δεν τό ’ξερα, αλλά ένιωθα ότι θα ζούσα σε λίγο κάτι διαφορετικό. Και όντως μια μέρα πάλι έτσι όλοι μαζί σαν ένα ποτάμι μεσ’ το ποτάμι, αρχίσαμε να κολυμπάμε. Πέρασαν μέρες, αντιμετώπισα πολλούς κινδύνους. Τώρα ήξερα τι θα πει θάνατος. Τα βράχια τα μυτερά, η μεγάλη δύναμη του νερού και κάτι τέρατα που πεταγόντουσαν μπροστά μας, σωστά βουνά και πέρναν τους συντρόφους μου έξω από το νερό.

Μια μέρα ξαφνικά γλίστρησα σε μία απεραντοσύνη. Η γεύση της ήταν διαφορετική και αυτά που ζούσαν δίπλα μου επίσης. Έπρεπε να βουτώ βαθιά για να τρέφομαι και ο ορίζοντας γύρω μου απέραντος. Δεν φοβόμουνα πολύ. Για κάποιο λόγο ήξερα ότι ήμουν στο σωστό μέρος και για κάποιο σκοπό. Μείναμε εκεί για πόσο δεν ξέρω γιατί δεν καταλαβαίνω το χρόνο σαν και σας. Όταν τελειώνει ένας κύκλος, είναι αυτός ο χρόνος και έπειτα ο άλλος και ο άλλος. Δεν γνωρίζω τις αλλαγές από πριν. Η απόλυτη ανάγκη μιας πράξης καθορίζει τον χρόνο της ζωής μου.

Έτσι έγινε και αυτήν τη φορά. Μαζευτήκαμε πάλι όλοι μαζί. Ξέραμε ότι έπρεπε να γυρίσουμε εκεί απ’ όπου είχαμε ξεκινήσει. Ύστερα από μέρες φτάσαμε στις εκβολές του ποταμού. Ένα μεγάλο κύμα με κτύπησε και με πήγε πίσω. Και τότε μέσα μου ένιωσα μια δύναμη και ένα πείσμα. Έπρεπε να φτάσω στην λίμνη. Ήταν απόλυτο.

Ξαναδοκίμασα. Το κύμα με ξαναπήγε πίσω. Στην επόμενη προσπάθεια κατάλαβα ότι έπρεπε να κολυμπήσω στην άκρη της εκβολής και μπήκα στο ρεύμα, το αντίθετο, μεγάλο ρεύμα. Κολυμπούσα αποφασισμένος, αποφεύγοντας τα βράχια, τις μεγάλες περιστροφές του νερού, τα μεγάλα νύχια που έβλεπα ξαφνικά μπροστά μου. Κλαδιά με κτυπούσαν. Πολλές φορές έκανα και δέκα προσπάθειες για να πηδήσω τα ψηλά φράγματα από πέτρες και με το νερό συνέχεια να θέλει να με πάει πίσω. Μου φάνηκε σαν να πέρασαν αιώνες. Ήμουν κουρασμένος πολύ, αλλά έπρεπε να φτάσω στην λίμνη. Δεν ήξερα ακόμη γιατί. 

Μια μέρα πηδώντας το τελευταίο φράγμα, τα νερά άλλαξαν. Ήταν ήρεμα και γνώριμα. Ξαναβρήκα τα δάση μου, τις πέτρες του βυθού, τα κοχύλια, τα ριζά των βράχων. Όλα όπως πριν. Εγώ είχα αλλάξει. Έψαχνα ακόμη τον λόγο της επιστροφής μου. Ήμουν ήρεμος και πολύ κουρασμένος. Κολυμπώντας λοιπόν είδα στο βυθό μια συστάδα από διάφανες μπάλες και τότε κατάλαβα. Πέρασα δυο τρεις φορές από πάνω χύνοντας μέσα από το σώμα τη συνέχεια της ζωής μου. Σαν ένα πέπλο, αυτό που είχα δώσει έπεσε πάνω τους και τις σκέπασε.

Έφυγα και πήγα να δω την λίμνη μου. Πολλοί σαν και μένα ήταν ακουμπισμένοι στο βυθό και άλλοι πέφταν σαν ροζ βαρίδια. Ο κόσμος μου γύρω είχε μια ηρεμία. Όλα γίνονταν σε έναν αργό ρυθμό. Και ’γω ήμουν κουρασμένος. Σταμάτησα να κολυμπώ και άρχισα να κατεβαίνω περιστροφικά. Είδα την γυαλιστερή επιφάνεια από πάνω μου. Πέρασα ανάμεσα στα φύκια και ακούμπησα απαλά πάνω στην άμμο. Αισθανόμουν το νερό να με κουνάει όπως τότες που ήμουν μεσ’ την σφαίρα. Ένιωσα ασφαλής όπως τότες. Και αφέθηκα.   

 

 

About the author

aeginalight

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.