Το Μαριδάκι, λοιπόν, οικογενειακή ταβέρνα ηλικίας 65 ετών, πάνω στο αιγινήτικο λιμάνι: αρχοντιά και θύμησες. Αφήνουμε την κυρία Νεκταρία Αλυφαντή, μητέρα του σημερινού ιδιοκτήτη, Γιάννη, να μας σεργιανίσει, μιας κι αυτή το έζησε από την αρχή.
Μην κοιτάτε που βρίσκουμε τώρα στο λιμάνι τις χίλιες μύριες επιλογές, παγωτατζίδικα και σουβλατζίδικα και καφετέριες και καφενεία, ψαροταβέρνες, τσιπουράδικα και ουζερί, εστιατόρια και μαγέρικα, συν ένα Κέντρο Τύπου, συν μαγαζιά με ρούχα και μικροαντικείμενα, και Τράπεζες, από αυτές τις Άγιες –συμπαθάτε με αν ξεχνάω κάτι, εκτός από το κομμωτήριο και τα περίπτερα… Στα μέσα του περασμένου αιώνα, 1948 συγκεκριμένα, η εικόνα ήταν πολύ διαφορετική, μας λέει η κυρία Νεκταρία, άντε να υπήρχαν 3 – 4 όλα μαγαζιά κι όλα.
Ν. Α. «Ήταν του Αλεξίου, εκεί που είναι τώρα το Εν Πλω, του Πετρίτη, στη γωνία που είναι του Τσία, και του Παναγάκη, και μετά ανοίξαμε μείς, το Μαριδάκι.»
Κι ανοίξανε ως αυλή σπιτιού, μαρτυρούν οι παλιές φωτογραφίες, αληθινή σκηνή του κινηματογράφου της εποχής. Ε, αυτή η αυλή δόξες και χαρές που έζησε! Μέχρι ο Ζεράρ Φιλίπ θυμάται η κυρία Νεκταρία ότι πέρασε, «με μια ηθοποιό, νομίζω,» κι ο άντρας της, ο Βασίλης, τον έβγαλε φωτογραφία και την κρέμασαν στον τοίχο της ταβέρνας και καμάρωναν, αλλά μετά κάποιος την έκλεψε ένα βράδυ και χάθηκε.
Α. L. «Άλλους επώνυμους πελάτες θυμάστε;»
Ν. Α. «Καλοί μας πελάτες ήταν ο Σπύρος ο Βασιλείου, ο ζωγράφος, κι ο Γιάννης ο Μαίλης, δικηγόρος ήταν αυτός, αλλά του άρεσε κι η φωτογραφία. Έρχονταν κι έτρωγαν ψαρόσουπα, (τότε δίναμε ψαρόσουπες, και μόνο το βράδυ, το πρωί είχαμε ένα κολατσιό, κανένα μπακαλιαράκι, τίποτε τέτοιο), και μια φορά ο κύριος Μαίλης έκανε μια έκθεση με φωτογραφίες του στον κήπο του σπιτιού του.
Είχε βγάλει τους αμαξάδες, κάτι άλλους παλαιούς τύπους με μουστάκες, κι είχε βγάλει και τον άντρα μου, το Βασίλη, σ’ αυτήν εδώ που βλέπεις, και μετά μας τη χάρισε.»
Η φωτογραφία του κυρίου Βασίλη. Ένα βελούδινο βλέμμα, μια γλυκιά όψη, άνθρωπος που θα ήθελες να είχες γνωρίσει. Μαγείρευε καθημερινά από αξημέρωτα, λέει η κυρία Νεκταρία, αυτός τα φρόντιζε όλα. Κι ήταν δύσκολη ιστορία τότε να κρατήσεις ταβέρνα, ψυγεία δεν υπήρχαν, κάθε μέρα έτρεχε στο βουνό να πάρει ένα ζωντανό να το μαγειρέψουν – στα κάρβουνα και στα ξύλα, φυσικά. Ούτε γκάζι υπήρχε ακόμα.
Α. L. «Περάσατε όμορφα αυτά τα χρόνια στο Μαριδάκι;»
Ν. Α. «Α, ναι, πολύ ωραία. Έχω να θυμάμαι και να σας λέω, τότε που γυρίζανε το Διακοπές στην Αίγινα με τη Βουγιουκλάκη, γύρισαν και στο μαγαζί μια σκηνή, ένας χορός ήταν και μετά τους έδειχνε στο Φάρο. Αν το δείτε στην ταινία ένα λεπτό κρατάει, αλλά το τραβούσαν πολλή ώρα.»
Φαίνεται καλοζωισμένη κι ευχαριστημένη. Αναμφίβολα θα έχει περάσει κι αυτή δύσκολα στη ζωή της, έχασε και τον σύντροφό της, αλλά οι εφεδρείες την κρατάνε.
Δίπλα της ο εγγονός της, ο καινούριος Βασίλης, κι όλο το προσωπικό σαν οικογένεια, καλαμπουρίζει, η προθήκη με τα φρεσκομαγειρεμένα φαγητά στη διάθεση των τακτικών ή περιστασιακών πελατών. Ξανά αυτή η αίσθηση ότι θα μπορούσε να είναι σκηνή από παλιά ταινία.
Α. L. «Πείτε μας δυο λόγια για τον κύριο Βασίλη;»
Ν. Α. «Τι να σας πω; Ήταν ένας άγιος άνθρωπος, πάρα πολύ καλός. Με όλο τον κόσμο. Μικρός έπαιζε ποδόσφαιρο στο Σαρωνικό, και τον έλεγαν γαζώστρα, από τα ζιγκ ζαγκ που έκανε και ξεγλιστρούσε. Ερχόταν από την Πέρδικα με τα πόδια και πήγαινε κι έπαιζε στο Σαρωνικό κι άλλες δυο τοπικές ομάδες, η μια ήταν στους Ασώματους.»
Α. L. «Ένα περιστατικό που να θυμάστε από τα παλιά χρόνια;»
Ν. Α. «Μια φορά είχε πιάσει κακοκαιρία φοβερή και δεν έφευγαν καράβια, κι ανοίξαμε όλοι τα μαγαζιά για να διανυκτερεύσει ο κόσμος.»
Έρχεται ένας μεζές, σαρδέλα στο φούρνο με λίγο κρασί, η κουβέντα καλά κρατάει, κι εκεί πάνω προκύπτει η αποκλειστική είδηση:
Ξέρετε από πού βγήκε το παρατσούκλι Σκοτάδης; (ο οποίος παρεμπιπτόντως ήταν πεθερός της κυρίας Νεκταρίας;) Απ’ το ότι του άρεσαν οι καντάδες και τραγουδούσε
Δε με νοιάζει το σκοτάδι
Δε με νοιάζει η βροχή
Μον’ με νοιάζει που δε βλέπω
Δυο ματάκια, μια ψυχή.
Και του άντρα της, του κυρίου Βασίλη, του άρεσαν οι καντάδες, συνεχίζει η κυρία Νεκταρία, και τραγουδούσε τραγούδια άγνωστα, που δεν τα έχει ακούσει ποτέ της αλλού…
Την αποχαιρετούμε με ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ για το όμορφο ταξίδι.
Βικτώρια Τράπαλη
Κομνηνός Α.




