Οι εορταστικές εκδηλώσεις για τον Άγιο Νεκτάριο είχαν τελειώσει. Ερήμην Του, ως συνήθως. Τόσοι ήρθαν, τόσοι έφυγαν, τόσα ξόδεψαν, και τόση κατάνυξη συνόδευσε την ημερομηνία του θανάτου Του. Απόβραδο Σαββάτου, ξεκινάμε μια βόλτα στο Μεσαγρό. Στα καθημερινά και τα ανύποπτα.
Έρημο τοπίο ο δρόμος, η Σουβάλα, αλλά στο καφενείο της Νιόβης και της Σοφίας τα αυτοκίνητα το ένα πίσω από το άλλο παρκαρισμένα. Ο λόγος – ποδοσφαιρικός. Έβλεπαν οι άνθρωποι ένα ματς, κάτι άλλοι έπαιζαν ένα τάβλι, στη μπάρα η νέα γενιά δοκίμαζε τις γνώσεις της στην ελληνική γλώσσα μέσω επιτραπέζιου παιχνιδιού. Το τζάκι να καίει, αστεία, κουβέντες του αέρα, μια πορτοκαλάδα, ένα τσίπουρο, ή ακόμα κι ένα ποτήρι νερό. Ένα μικροκοσμάκι στημένο στο τίποτα. Σέντσι δεν υπάρχει πιθανότητα να βγάλουν από αυτόν, ούτε ο Στουρνάρας, ούτε οι δανειστές, εκτός πια κι αν τον κλέψουνε στα ίσα.



Μα τι ειπώθηκε εκεί μέσα! Ναι, είμαι Ολυμπιακός, είπε ο ένας, αφού ξεκίνησε η «ανάκριση» μετά τη λήξη του αγώνα, αλλά όχι με τον Ολυμπιακό του Μαρινάκη, κι είμαι κι από κούνια αριστερός, όμως τώρα με ποιον θες να πάω, με το 6%, ή ποιος άλλος έχει όρεξη να καθαρίσει όλη αυτή τη βρωμιά; Ο Τσίπρας, εντάξει, αλλά δεν τον βλέπω να τα φέρνει τούμπα.»
Ένας άλλος, πανέμορφος, με πρασινογάλαζα μάτια, Ριτς το όνομα, δήλωνε πόσο αγαπάει τη ζωή και τις γυναίκες, πρώτα απ’ όλα τη γυναίκα τη δική του.

Εκείνος με πιο τα λυπημένα μάτια, διηγείται μια ζωή δύσκολη. Έβγαινε στους δρόμους, φώναζε, γδάρθηκε για μια αξιοπρεπή κοινωνία, αγάπησε από κοντά για την απλότητά του τον Κύρκο, φιλοξένησε στο σπίτι του στον Ωροπό συνάντηση πολιτών με τον Μίκη Θεοδωράκη, (για κάποιους λόγους δεν του φάνηκε εξίσου αληθινός) και τώρα πιστεύει ότι η κατάσταση είναι ίσως μη αναστρέψιμη. Ότι είναι όλα προδιαγεγραμμένα, κι αυτοί που διοικούν έχουν τόση δύναμη ώστε να μη μπορεί τίποτε να τους σταματήσει.
Η κόρη του, για παράδειγμα, ο καρπός του αγώνα του, που δεν ξέρω πόσα διπλώματα, συν πέντε ξένες γλώσσες, διαθέτει ως εφόδια, έχει γίνει τηλεφωνήτρια για να ζήσει.
«Βαριέμαι, μου λέει η μικρή, κι εμένα δε μου έφταναν 48 ώρες το 24ωρο να κάνω αυτά που έκανα. Τα πέταξαν έξω τα παιδιά, έξω από τη δράση, δεν τα αφήνουν να παλέψουν.»
Μετά η συζήτηση ελαφραίνει. Μιλάμε για τους κουτσομπόληδες και τις κουτσομπόλες. Ε, τι γίνεται και μ’ αυτά! Μικρό το νησί, τα στόματα πολλά, τα μυαλά απόντα, κι όλο λένε, λένε, ο κόσμος να καίγεται γύρω τους.
Έλα να δεις την κόρη σου που τράκαρε, να στριγγλίζει η καταδότρια, και να πηγαίνει ο άνθρωπος και να βλέπει την κόρη του κοιμισμένη στο κρεβάτι (ενδεικτικό το παράδειγμα).
Σ’ ένα μικρό καφενείο του Μεσαγρού, μαζεμένη η αληθινή Ελλάδα, όπως κυλάει στις φλέβες μας, ζωντανή κι ατόφια όσο ποτέ.
Κάπως έτσι ήτανε. Ή κάπως έτσι τον κατάλαβα. Τον κορμό του δέντρου μου.
Βικτώρια Τράπαλη
φωτο: Νέλλη Πετροπούλου

