Μεσημέρι στο Σφεντούρι, ο Ντέηβιντ Κέννεντυ κάνει επίδειξη στον Κομνηνό πώς δουλεύει η κατασκευή που απεικονίζει το γιό του Ιάσονα να παίζει punk rock μαζί με δυο φίλους του, 20 τόσα χρόνια πριν. Και στο κρασί επάνω έρχεται ο Μιχάλης Μπόγρης από το χωριό. Βαστώντας μια τσάντα με χόρτα κι ένα κομμένο πλαστικό μπουκάλι με φρεσκομαζεμένα μανιτάρια. Πεσκέσι στη φιλενάδα του τη Μάγια και το φίλο του τον Ντέηβιντ. Καταφτάνει και το δικό του ποτήρι στο τραπέζι, κι αρχίζουν οι αναδρομές. Σαράντα χρόνια κρατάει η φιλία τους.
Μεσημέρι στο Σφεντούρι, ο Ντέηβιντ Κέννεντυ κάνει επίδειξη στον Κομνηνό πώς δουλεύει η κατασκευή που απεικονίζει το γιό του Ιάσονα να παίζει punk rock μαζί με δυο φίλους του, 20 τόσα χρόνια πριν. Και στο κρασί επάνω έρχεται ο Μιχάλης Μπόγρης από το χωριό. Βαστώντας μια τσάντα με χόρτα κι ένα κομμένο πλαστικό μπουκάλι με φρεσκομαζεμένα μανιτάρια. Πεσκέσι στη φιλενάδα του τη Μάγια και το φίλο του τον Ντέηβιντ. Καταφτάνει και το δικό του ποτήρι στο τραπέζι, κι αρχίζουν οι αναδρομές. Σαράντα χρόνια κρατάει η φιλία τους.
Η Μάγια θυμάται τον μπάρμπα – Γιάννη Μπόγρη και τη θεια – Φωτούλα, γονείς του Μιχάλη, τον αδερφό του Φανούρη: “Ψυχούλες όλη η οικογένεια, όταν χτίζαμε το σπίτι έρχονταν και βοηθούσαν, έβαζαν τις πλάκες, χωρίς λεφτά, άντε να έπιναν μια μπίρα. Μια μέρα είχαμε πάει σπίτι τους και είχαν ένα μεγάλο πιθάρι, παλιό, με γραμμώσεις, και λέει ο Ντέηβιντ στη Φωτούλα: Τι ωραίο που είναι αυτό! Κι απαντάει η Φωτούλα: Σας αρέσει; Πάρτε το.” Μου το δείχνει εκεί που το έχει, φυτεμένο φυτά, στη βεράντα.
Θυμάται κι ένα άλλο περιστατικό: “Μια φορά, είχε γλιστρήσει ο Μπαρμπα-Γιάννης την ώρα της δουλειάς κι είχε σπάσει το πόδι του. Φώναξαν τον Ντέηβιντ, έτρεξε, κι επειδή είχε πατέρα γιατρό κι ήξερε, τους είπε να μην τον κουνήσουν καθόλου. Πήγε στον Άγιο Διονύση, ξήλωσε την πόρτα, την φόρτωσε σ’ ένα Land Rover που είχαμε τότε, έβαλαν επάνω τον τραυματία και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο.”
Της μπαίνει ξαφνικά η απορία: “Αλήθεια, Μιχάλη, τη γυρίσαμε πίσω εκείνη την πόρτα;”
Ο επισκέπτης τη βεβαιώνει πως ναι. Δεν έμεινε ξέφραγη η εκκλησία.
Μετά η κουβέντα περιστρέφεται γύρω από τα πεσκέσια: “Μα πού τα βρήκες τα μανιτάρια τέτοια εποχή; Εγώ ψάχνω – ψάχνω και δεν έχω δει ούτε ένα.”
Βγαίνει η είδηση ότι ο Μιχάλης είναι βοσκός, 170 ζώα είχε παλιά, τώρα έχει μείνει μόνο με 10, δεν τα έβγαζε πέρα με τις επιδοτήσεις, τις ζωοτροφές και τα “χάλασε”. Πως ξέρει να βρίσκει χόρτα και μανιτάρια κάτω από δέντρα, από χαμάδια, όταν πραγματικά κανείς άλλος δε μπορεί να τα βρει. Επίσης, με τα 10 ζώα που έχουν απομείνει κάνει γάλα, δικά του τυριά, για κείνον και τους φίλους του, όμως, δεν πουλάει, όπως τώρα που έφερε τα χόρτα, δεν του αρέσει να μπαίνουν στη μέση λεφτά. Ο Κομνηνός του τάζει ρακί, με αντάλλαγμα το γάλα που παραγγέλνει, άσχετα αν θα το έχει την άνοιξη, η Μάγια έχει έτοιμο για σήμερα ένα μπολ με ψαρόσουπα.
“Ναι, αλλά τα τσιγάρα;” παραμένει το ερώτημα.
Κι απ’ αυτά βρέθηκε επιτόπου, κι όλο βρίσκεται απ’ ό, τι φαίνεται ένα πακέτο. Κυρίως γιατί ο Μιχάλης δε χρειάζεται πολλά τσιγάρα. “Ένα στο τόσο, εκεί που κάθομαι στο χωράφι, να φεύγει το μυαλό.”
Υ. Γ.: Όπως γυρνάμε στην Αίγινα, βλέπουμε το Aegina Maris, εγκαταλειμμένο, να σαπίζει, απ’ την παραίτηση και την αχρηστία.
Ούτε γυρίζουμε να το κοιτάξουμε. Ίσως και λόγω ημέρας.