Βροχερή η σημερινή Κυριακή, κρύο, μηδενική η κίνηση στην παραλία, αλλά στα καφενεία όλο και θα μαζευτούν οι θυμόσοφοι να πουν τις αλήθειες τους. Στης Τασούλας, λοιπόν, μεσημέρι, βρίσκονται κάποια στιγμή ο Γιώργος ο Τσατήρης, ο Μιχάλης ο Παπαδόπουλος, ο Μιχάλης ο Μαράς, αθέατος κι αμίλητος οπτικοακουστής όπως πάντα, κι ο Θανάσης ο Στουρνάρας, εξ Αθηνών, αλλά εγκαταστημένος κι αυτός εδώ κι ένα χρόνο στην Αίγινα, στο σπίτι του πατέρα του, απέναντι από το καρνάγιο. Επαγγελματικά μιλώντας, είναι ένας δικηγόρος και πρώην πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, ένας επιχειρηματίας στο χώρο του τουρισμού, ένας αρχιτέκτονας, υπεύθυνος για κάποια από τα καλύτερα, ομορφότερα, αξιοπρεπέστερα κτίσματα του νησιού, κι ένας από τους μεγαλύτερους «παλιατζήδες» της Ελλάδας: η επιχείρηση του Στουρνάρα δεκαετίες τώρα εμπορεύεται παλιά σίδερα, αλλά σε άλλο επίπεδο απ’ αυτό που ξέρουμε από τους καθημερινούς παλιατζήδες – αγοράζοντας και μεταπουλώντας τα υλικά μιας παροπλισμένης γέφυρας, πχ, κάνοντας συναλλαγές – τις παλιότερες, φυσικά, μέρες – με τη ΒΙΟΧΑΛΚΟ, κι ούτω καθ’ εξής.
Άνθρωποι δουλεμένοι, έμπειροι, με κάποια χαρτιά ακόμα στα χέρια τους, παρ’ όλο το ξαναμοίρασμα της τράπουλας. Η κουβέντα γυρνάει στο θέμα της εποχής – την κρίση. Συγκλίνουσες οι απόψεις με όλες τους τις διαφορές. Δεν έχουμε δει τίποτα ακόμα, διατείνεται ο Στουρνάρας.

Είναι άθλιο το σκηνικό, συνομολογούν, και θα γίνει ακόμα χειρότερο. Στα μάτια τους οι ιδιωτικοποιήσεις είναι αναπόφευκτες στο βαθμό που αποδεικνύεται καθημερινά η ανικανότητα κυβέρνησης, κομμάτων, και τοπικής αυτοδιοίκησης. Απόψεις ρεαλιστικές, το να πάνε τα ΚΨΜ σε ιδιώτες τους φαίνεται φυσικό, κι οι φυλακές, το Ορφανοτροφείο, θα έπρεπε να δοθούν σε ιδιώτη παρά να στέκουν εκεί σαν ερείπιο, σα σκουπίδι, μες στα μάτια μου, λέει ο Θανάσης.
Τα βλέπω όλα αυτά που κουβεντιάζουμε εντελώς διαφορετικά, αλλά εκτιμάω τη γνώμη τους και δεν ξέρω αν έχουν δίκιο αυτοί ή εγώ. Στο τέλος – τέλος, η δική μου θέση είναι φτιαγμένη από συνειρμούς κι εντυπώσεις, όχι από δεδομένα κι αριθμούς. Ακούω, λοιπόν, τσιγκλάω με ερωτήσεις, για να μάθω. Πέφτουν πολλά στο τραπέζι, η διάλυση της δημόσιας υγείας και παιδείας, των συγκοινωνιών, της ίδιας της αγοράς. Ο Μιχάλης ο Παπαδόπουλος, όταν πια έχουμε φτάσει στην εκμετάλλευση, τον ευτελισμό των πάντων, όπως στις Σκουριές, το πού μπορεί να φτάσει η ασύδοτη ιδιωτικοποίηση σε βάρος πανέμορφων, ιστορικών τόπων και πληθυσμών, απαντάει:
«Εκεί, δεν ξέρω. Για να φωνάζει τόσος κόσμος, κάποιο δίκιο θα έχει.»
Παίρνω τα επάνω μου, έχω το απόλυτο επιχείρημα:
«Αυτοί όλοι οι άνθρωποι, ο όποιος μεγαλοεργολάβος, ή ο όποιος μεγαλοεκδότης, που καταστρέφουν οικολογικά τον πλανήτη ολόκληρο, που καταδικάζουν σε εξαθλίωση λαούς, γενιές, κι αμαυρώνουν πολιτισμούς, για το όποιο κέρδος, δεν έχουν εγγόνια, παιδιά, δεν τους νοιάζει σε τι κόσμο θα ζουν;»
Και τρώω την ήττα της ζωής μου:
«Πες ότι σου δίνουν 10 εκατομμύρια για να πατήσεις ένα κόκκινο κουμπί, που αν το πατήσεις θα τινάξει ένα χωριό της Κίνας στον αέρα. Τι θα κάνεις;»
«Δε θα το πατήσω!» (εκ του ασφαλούς η δήλωση ακεραιότητας, μιας και κανένας δε μου δίνει 10 εκατομμύρια ευρώ να πατήσω ένα κόκκινο κουμπί που θα τινάξει ένα χωριό της Κίνας στον αέρα.)
«Ξέρεις πόσοι θα το πατούσανε;» απαντάει ισοπεδωτικά ο Μιχάλης.
«Βρε, θα σκοτωνόντουσαν ποιος θα το πρωτοπατήσει,» πετάγεται κι η Τασούλα.
Ε, και τώρα πείτε μου: έχουν δίκιο, ή δεν έχουν;
Ανεξάρτητα τι θέλουμε, ή τι νομίζουμε, δε θα σκοτωνόντουσαν χίλιων λογιών άνθρωποι ποιος θα το πρωτοπατήσει;
Αυτά. Ήττα, σας λέω. Θέλει πολλή δουλειά – και αν – για ν’ αλλάξει το ριζικό του ανθρώπου.
Βικτώρια Τράπαλη

