ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ

Τα πνεύματα που συναντιούνται στον ουρανό…

Written by aeginalight

Κι εδώ .. σ’ ένα λιμάνι καλά προφυλαγμένο, σ’ ένα λιμάνι που το γέννησε η θάλασσα, που χαιδεύτηκε από τις σοροκάδες και τις βροχές

Κι εδώ ..  σ’ ένα λιμάνι καλά προφυλαγμένο, σ’ ένα λιμάνι που το γέννησε η θάλασσα, που χαιδεύτηκε από τις σοροκάδες και τις βροχές, που αγκαλιάστηκε απ’ τα κύματα κι απ’ τα χρώματα του μοναδικού του ουρανού, ήρθε μια νύχτα το δικό του το καράβι. Ήταν ήσυχο, άδειο από μιλιές  το λιμάνι εκείνη την νύχτα. Κρύο και βρεγμένο απ’ τα κύματα, απόμακρο, καλά προστατευμένο στους ήσυχους ρυθμούς του χειμώνα. Χρώματα που χαϊδεύαν τα μάτια, φώτα αχνά που ζωγραφίζαν όνειρα, λόγια σιγανά που τα έπαιρναν  οι αέρηδες μακριά…
Δεν φοβήθηκε ποτέ το κρύο και τον χειμώνα σ’ αυτό εδώ το μέρος. Έμαθε να τον ζει, έμαθε να ακούει τα κατάρτια να σφυρίζουν, έμαθε να του αρέσει η μοναξιά που χαϊδεύει το μυαλό του.. Έμαθε να κουμαντάρει τους ανθρώπους του, και να χαίρεται που όλα τούτα είναι δικά του, στην καρδιά του χωμένα και σίγουρα.
Και τότε ήρθε το δικό του το καράβι.  Με τα φώτα αναμμένα, δίχως να σφυρίζει δυνατά, μα έκανε έναν θόρυβο απίστευτο. Και ξύπνησε όλο το νησί κι όλες τις αισθήσεις αντάμα, και τ’ αναστάτωσε όλα. Σαν να το’ φερε μια θύελλα και τ’ ακούμπησε εκεί. Κι αυτό μέσα στα σίδερα του, να κρύβει όλη αυτήν τη θύελλα, την δυνατή, που μόνο την ένιωθες, και δεν την έβλεπες, ούτε την άκουγες πραγματικά. Την ένιωθες μονάχα να κυριεύει το μυαλό και την ψυχή σου.
Τα κατάρτια που σφύριζαν σιώπησαν σαν να κρατούσαν την ανάσα τους,  και τα κεφάλια σηκώθηκαν να το δουν.
Και όλοι το είδαν… μα κανείς τους δεν κατάλαβε ούτε πώς, ούτε γιατί ήρθε ..
Δεν έβγαλε άχνα .. ούτε κόσμο ..
Έβαλε μόνο … έβαλε  μέσα του  πράγματα άπιαστα…
Έβαλε όνειρα που πετούσαν ως τότε χωρίς στέγη  στο λιμάνι   -δεν ήθελαν ποτέ να μπουν πουθενά -·έβαλε  νύχτες ξάγρυπνες για πρόσωπα που ξαφνικά γίνονταν πολύτιμα, έβαλε ιδρώτα και ανησυχία. Έβαλε μέσα τις αγάπες τις ατέλειωτες, εκείνες που σε ξεγελούν και σε κυκλώνουν δίχως να τις καταλάβεις. Τους έρωτες τους απαιτητικούς, όπου το λίγο μοιάζει τίποτα κι έρχονται για να μείνουν.
Βιάστηκαν να μπουν μέσα και φόβοι, και πάθη δυνατά…και μια τρέλα που κανείς δεν είχε δει ποτέ να γυρίζει τις νύχτες στο νησί.
Και τούτα κι άλλα τόσα χώρεσαν μέσα του, κι έγιναν ένα ξαφνικά.
Ασάλευτη η νύχτα, μα κι η θάλασσα, περίμεναν να φύγει. Να τα πάρει μαζί του όλα και να τ’ αφήσει να πετάξουν στα κύματα στα ανοιχτά. Σαν δυό λόγια γραμμένα σε χαρτί, αφημένα στα βράχια ενός τόπου αγαπημένου…
Μα δεν έφυγε ποτέ στ αλήθεια.
Πήγαινε κι ερχόταν η φιγούρα του, εκείνο όμως έμενε εκεί. Δεμένο κι αραγμένο πάνω στο λιμάνι. Λουσμένο  απ’ το φως του φεγγαριού και μαζί κρυμμένο στο σκοτάδι της αναγκαστικής νύχτας.
Μόνο το λιμάνι το έβλεπε. Το χάιδευε, τ αγκάλιαζε, του μιλούσε.
Το φοβόταν. Όχι αυτό το ίδιο, μα όσα είχε μέσα του. Φοβόταν γιατί, πρώτη φορά, επέτρεπε σ’ ένα καράβι, σε μια θύελλα, να ταράξουν την γνωστή αταραξία του. Μα όσο κι αν πάλευε να χαλάσουν οι καιροί, να δυσκολευτεί το πλοίο και να φύγει, να λύσει κάβους και να μείνει άδεια η θέση του όπως ήταν πάντα, (γιατί αυτό ήταν που ήξερε να κάνει καλά το λιμάνι: να ατενίζει μονάχο του  το πέλαγος έξω απ το σίγουρο κύκλο του), εκείνο δεν έφευγε.
Και έμεναν εκεί και θωρούσαν  το ένα τ’ άλλο ατέλειωτα. Κι όταν καμιά φορά σαλπάριζε, μέσα σ’ ένα όνειρο, το φορτωμένο ιστορίες σκαρί, έμενε πάλι εκεί. Έβλεπε πάλι τη φιγούρα του μπροστά του.
Σαν δυο πνεύματα που περιμένουν την νύχτα να συναντηθούν πάνω απ’ τη θάλασσα, ανάλογα από πού φυσάει ο άνεμος. Μαζί για πάντα….
Α.Κ.Γ.
 

About the author

aeginalight

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.