της Β. Τράπαλη
Το νησί όπως πάντα μια ομορφιά, η νέα γενιά στη θέση της, φρουρά αξιών πανάρχαιων, η εικόνα του Αγίου μια μαρτυρία από μόνη της για το τι σημαίνει αγιοσύνη
Κι η μέρα προχωράει. Αργά το μεσημέρι, η παραλία έχει αδειάσει. Η λιτάνευση τελείωσε, το πέρασμα των επισήμων που τόσο αγαπάνε οι Μαύρες Σκνίπες μας, είναι ήδη ένα ακόμα πετραδάκι που ρίξαμε πίσω, στη στοίβα-ογκόλιθο του πρόσφατου παρελθόντος μας. Κι οι ελάχιστοι εναπομείναντες στα αγαπημένα παραδοσιακά καφενεία κάτω από το Δημαρχείο του νησιού, πρόσωπα κοντινά, αγαπημένα, κάθονται στον ήλιο, στο γαλάζιο φόντο του ουρανού, κουβεντιάζοντας τις ζωές τους, πλέκοντας το υφάδι του ανθρώπινου χρόνου, του ανθρώπινου έπους, στα δύσκολα χρόνια του σημερινού μεσαίωνα.
Μια φίλη έχει πατέρα καρκινοπαθή, τον λατρεύει, έχει χειρουργηθεί, όλα καλά, αλλά η πληγή δεν κλείνει 20 μέρες τώρα, θα πρέπει να εισαχθεί ξανά. «Μα να γλιτώσει από τον καρκίνο και να πάει για το τίποτα;» Η πλημμελής παροχή υπηρεσιών στον τομέα της δημόσιας υγείας να φταίει; Θα μπορούσε να είναι διαφορετικά σε ένα ευνομούμενο σύστημα; Στο τέλος-τέλος είναι τόσο μπροστά η επιστήμη που καταντάει γελοίο να χάνονται τζάμπα ανθρώπινες ζωές. Κανείς δεν ξέρει. Μια άλλη φίλη έχει γενέθλια, γίνεται 33 χρονών, αν κι επιμένει πως θέλει να παραμείνει 32, ίσως για να μην πάθει τα πάθη του Χριστού. Τρέχει πέρα δώθε, Αθήνα Αίγινα, δουλεύοντας μισές μέρες εδώ μισές εκεί, τσαμπουκαλεμένο παιδί, άξιο, επιστήμονας, συντηρήτρια με βούλα, στο Ορφανοτροφείο του Καποδίστρια έχει τιμήσει με την ψυχή της τα κομμάτια που της δώσανε να φροντίσει. Άλλο αν κάνει σήμερα στην Αθήνα την πωλήτρια σε μαγαζί με ρούχα και στην Αίγινα τη βοηθό γραφίστα. Θα τα βγάλει πέρα, όμως, αν δεν τα βγάλει πέρα κι αυτή δε θα τα βγάλει κανένας.
Έρχονται κι άλλοι, ο Κώστας, δυο μέτρα μπόι, ψάχνεται, για δουλειά, ποια δουλειά; Εδώ μιλάμε για τοπία ολικής καταστροφής. Και κάθονται και τα λένε κι εύχονται, κι αγαπιούνται, και νοιάζονται, με τις ώρες. Είναι κι η μέρα, γιορτής και σχόλης. Όλοι μαζεμένοι, μια τυρόπιττα από το φούρνο, άντε μια μπίρα ή ένα κρασί. Κι ο ουρανός καταγάλανος, και τα πουλιά να πετάνε σε σμήνη πάνω από το κεφάλι σου, για να κατακάτσουν στα ακροκέραμα των αφρόντιστων νεοκλασσικών.
Στην τηλεόραση, διάφοροι εύσωμοι για να μην πω χοντροί μας προκαλούν αενάως με τις εμετικές παρουσίες τους, ο προς τα κιλά ανεκτός πρωθυπουργός μας αποξενώνει καθημερινά από την έννοια του Έλληνα, παιδιά σκοτώνονται από παρανοϊκούς δολοφόνους κατασκευασμένους από μια βιομηχανία τρόμου, 10 κοριτσάκια ανατινάχτηκαν στη Συρία πελεκώντας ξύλα, όταν το τσεκούρι έπεσε σε μια νάρκη, και τα πουλιά να πετάνε πάνω από το κεφάλι σου για να κατακάτσουν στα ακροκέραμα των αφρόντιστων νεοκλασσικών.
Άγιε μου Διονύση, αληθινά σ’ το λέω, μεγάλη η χάρη σου, δεν είμαι πιστή, αλλά σ΄ αυτό τον κόσμο, όπως τον φτιάξαμε, σ’ έχω ανάγκη.




