της Β. Τράπαλη
Παραμονές Χριστούγεννα, το περασμένο Σάββατο συγκεκριμένα, ανηφορίζω για τη συνηθισμένη επίσκεψη στο Σφεντούρι. Δέκα χρόνια φιλία, σεβασμός κι εκτίμηση απαιτούν συχνές ανηφόρες στο βουνό. Προορισμός, το κονάκι του David και της Μάγια Kennedy. Είχε μουντάδα ο καιρός, ψύχρα μπόλικη, και στο ψηλοτάβανο σπίτι καθόμαστε με τις ζακέτες, με τα μπουφάν, γύρω από το στενόμακρο τραπέζι. Καμία σχέση με εικονικές πραγματικότητες. Τριγύρω τα μοναδικά γλυπτά του δημιουργού, στο τσουκάλι το κουνουπίδι γιαχνί της αρχόντισσας, στα πόδια μας τα σκυλιά μας, κι έξω από τα μεγάλα παράθυρα όλη η ομορφιά του κόσμου. Η Μονή, τα Μέθανα πρώτο πλάνο, κι άμα πας λίγο παραέξω μέχρι το Πετροκάραβο βλέπεις από τη σκεπαστή βεράντα. Και με όλη τη σκοτούρα, τις έννοιες, εκείνη την ώρα σου φαινόταν ότι υπάρχουν πολλά είδη πλούτου. Από κείνη τη στιγμή βγήκε η ιδέα να συνομιλήσουμε με έναν γενναίο, δουλεμένο άνθρωπο, τη Μάγια Kennedy, για τη δική μας, αιγινήτικη χριστουγεννιάτικη ιστορία.
Η συνάντηση για την άχρηστη συνέντευξη (αφού τα ξέρω όλα, τι να ρωτήσω;) έγινε Δευτέρα, παραμονή, στο καφενείο της Τασίας, κάτω από το δημαρχείο, όπου αν δε συμβαίνει κάτι έκτακτο, πίνει η Μάγια το τσιπουράκι της μια φορά τη βδομάδα που κατεβαίνει για ψώνια και για γυμναστήριο στην Αίγινα.
Α.L. «Γεννημένη στην παλιά Κηφισιά;»
Μ. Κ. «Ναι, από πατέρα κηπουρό. Ο πατέρας μου έφτιαξε τον κήπο, ας τον πούμε, του Χίλτον, κι όταν περνούσαμε από μπροστά η μικρή μου αδερφή φώναζε, Α, το ξενοδοχείο του μπαμπά.»
A. L. «Και κάποια στιγμή, γύρω στα 17-18 βρέθηκες μετανάστρια στη Γερμανία και σε πιάσανε οι αστυνομικοί γιατί μάζευες ραδίκια από το πάρκο;»
Μ. Κ. «Δεν επιτρεπόταν αλλά δεν το ήξερα, κι ήθελα να μαζέψω ένα χορταράκι να φάω, τους είπα συγγνώμη και με αφήσανε…»
A. L. «Ορθοποδείς, εκπαιδεύεσαι, προχωράς, και βρίσκεσαι με εξοχικό στην Αίγινα, όπου πριν 40 χρόνια γνωρίζεσαι με τον David. Μετά;»
Μ. Κ. «Βρεθήκαμε με φίλους σε μια ταβέρνα ένα μεσημέρι. Μ’ άρεσε, του είπα έρχεσαι μετά για καφέ; Ήρθε και δεν ξαναχωρίσαμε όλα αυτά τα σαράντα τόσα χρόνια.»
A. L. «Το σπίτι στο Σφεντούρι πώς χτίστηκε;»
Μ. Κ. «Καταρχήν δεν υπήρχε δρόμος. Φέρναμε τα υλικά με γκρέηντερ που οδηγούσε τότε ο David, κι από κει κι ύστερα με τα χέρια του τα έκανε όλα, κι ερχόντουσαν, όμως, όλοι από το χωριό επάνω και βοηθούσαν.»
A. L. «Το χυτήριο, που επίσης έφτιαξε απ’ όσο ξέρω με τα χέρια του, πώς δούλευε;»
Μ. Κ. «Δεν είχαμε ρεύμα, κι υπήρχε μια γεννήτρια που για να πάρει μπρος έκαναν ποδήλατο ο David και ο γιος μας, ο Ιάσονας, 8 χρονών θα ήταν τότε.»
A. L. «Κι από κει κι ύστερα;»
Μ. Κ. «Πανηγύρι. Φίλοι, κουβέντες, τραπεζώματα και φιλοξενίες, δουλειά, κάθε μέρα έβλεπες να γίνονται πράγματα, τι να σου πω τώρα; Από γλυπτά μέχρι μηλόπιτες χρώματα, μυρωδιές. Κι από κόσμο που πέρασε από κει μέσα; Συγγραφείς, μουσικοί, ζωγράφοι, βοσκοί, μεροκαματιάρηδες, μετανάστες, κόσμος και ντουνιάς. Το κουνουπίδι που φάγαμε το Σάββατο, ο Γκεσνί μου το φίλεψε. Αλβανός, κηπουρός σε γείτονα. Όταν ξεκίνησε η ιστορία με την κρίση, ήρθε επίσκεψη με τα χέρια γεμάτα δικά του προϊόντα, και μου είπε: Τώρα στα δύσκολα πρέπει να μοιραζόμαστε όλοι ό, τι έχουμε. Κι όποτε τον χρειαστήκαμε για οτιδήποτε είναι πάντα δίπλα μας σαν φίλος.»
A. L. «Τα οικονομικά μέσα σε όλο αυτό το πανηγύρι;»
Μ. Κ. «Χρειάστηκε κάποια στιγμή να φτιάξω μανέστρα με μια κουταλιά πελτέ για να φάμε. Ο David δεν πουλούσε τη δουλειά του, τη χάριζε.»
(Για όσους δεν τον ξέρουν είναι εξαιρετικά σημαντική μορφή στο χώρο της παγκόσμιας γλυπτικής. Κι επίσης, ένας από τους τελευταίους των «Μοϊκανών», ως ακέραιος κι αληθινός άνθρωπος. Όσο για το ότι χάριζε τη δουλειά του, το γνωρίζουμε έμπρακτα όλοι οι φίλοι του.)
- L. «Και τώρα, Μαγιούλα;»
Μ. Κ. «Δύσκολα. Μια σύνταξη του ΟΓΑ, άπειρα φάρμακα με τη συμμετοχή να ανεβαίνει, η θέρμανση – άλλο έξοδο – 5 με 8 ανάβω το καλοριφέρ. Κι έπειτα είναι η λαχτάρα σου, κάτι να προσφέρεις, και νιώθεις τα χέρια σου δεμένα. Έχω παιδιά, εγγόνια, τα ζώα, το μποστανάκι, αλλά να σου πω κάτι; Όσο στεκόμαστε στα πόδια μας θα το παλέψουμε. Είναι ωραία η ζωή.»
A. L. «Πες κάτι που θυμάσαι από αλλοτινά Χριστούγεννα;»
Μ. Κ. «Θα’ ναι 30 χρόνια; Δεν κελιδώναμε τότε, μπαινοβγαιναν ελεύθερα οι φίλοι. Αφήσαμε το σπίτι ανοιχτό και ανεβήκαμε στο χωριό να πάμε δυο πραγματάκια στα παιδιά της Νεκταρίας. Καθίσαμε, τους είδαμε λίγο, κι όταν γυρίσαμε στο σπίτι μας βρήκα ΔΕΚΑΟΧΤΩ άτομα να κοιμούνται μέσα.»
Η συνέντευξη διακόπτεται από το έντονο, επίμονο σφύριγμα ενός καραβιού. Βγαίνουμε να δούμε τι είναι: ο Άγιος Νεκτάριος επιστρέφει στο δρομολόγιό του.
Φιλιόμαστε, χαιρετιόμαστε, θα ανέβω ξανά την Τετάρτη να τους δω, και ξέρω ότι θα έχει στο μακρόστενο τραπέζι ζαμπάκια μοσχοβολιστά, που θα τα έχει μαζέψει στον πρωινό της περίπατο. Και το φαγητό της θα είναι πεντανόστιμο, και θα μιλάει με τα λουλούδια της, το μικρό μπαξέ της και τις γάτες της, όπως μ’ εμένα, όπως με τον άντρα της, τον ήλιο και τον κόσμο όλο.



