Πρωί 6.43. Προγραμματισμένη ώρα αναχώρησης για προγραμματισμένη ώρα άφιξης. Η πειθαρχεία στο ωράριο είναι από τις μεγαλύτερες αρετές όταν έχεις εργασία την σήμερον ημέρα.7.04 το πολύ το μηχάνημα θα πάρει μπρος. Θα εκτελέσει τις διαδικασίες του, θα δεχθεί πατήματα στα κουμπιά του – άλλα πιο απαλά, άλλα πιο βίαια και αγενή – θα βάλει σε λειτουργία άλλα μηχανήματα. Τα βήματα προγραμματισμένα κι ελεγχόμενα, αν θες να πετύχεις τον καθημερινό πρωινό σου στόχο: 7.04 το πολύ, αλλιώς κυκλάκι στην κάρτα. Στα τρία κυκλάκια δώρο η παρατήρηση. Λίγο να χαζέψεις παραπάνω στο δρόμο, και ο στόχος εχάθη.
Το φως του πρωινού είναι απαλό σκούρο το φθινόπωρο. Αρχίζει να βαθαίνει, μα παραμένει ανοικτό, σαν κάποιος να έχει απλώσει στην πόλη γυναικείο ημιδιάφανο μαντήλι. Τα στενά δρομάκια των Εξαρχείων έρημα. Κάποιες λάμπες επιβίωσαν και ρίχνουν λίγο φως στα βήματά μου. Ο «τρελός» μου περιφέρεται στην άδεια πλατεία και κηρύττει μεγαλόστομα το τέλος του κόσμου (η συντέλεια! Προσέξτε! Γρηγορείτε, ρε γαμώτο!). Πόση καλοσύνη του, να μου εμπιστεύεται καθημερινά έναν τόσο σοβαρό κίνδυνο, πόση αγωνία στο σώμα του, όταν αγορεύει στην πλατεία, πόση αγωνία και στο βλέμμα του, όταν τύχει να βρει το δικό μου. (Εγώ τότε ρίχνω βιαστικά κάτω τα μάτια μου μην τύχει κι ενεργοποιήσω αρχέγονα ένστικτα και η καταστροφή του σύμπαντος αρχίσει από εμένα… )
Ο «μεθυσμένος» μου έχει ξαπλώσει αποκαμωμένος στη μέση της πλατείας. (Κι αν όλη η γη που πατούμε είναι όντως ένα κρεβάτι, εμείς γιατί δεν το έχουμε αντιληφθεί;) Στάση άβολη, με τα πόδια τσακισμένα, το ένα χέρι να τραβά και να ανοίγει το στήθος σε διάσταση, απλωμένο, και το άλλο να κρατά σφικτά, κοντά στο μέρος της καρδιάς του ένα πλαστικό μπουκαλάκι νερού με θολό αδιευκρίνιστο υγρό. Από αυτό που άλλους τους ευφραίνει κι άλλους τους αλαφραίνει. Από τα βάρη μιας ζωής που δεν πολυπέτυχε. Μα πώς να την ξαναρχίσεις; Προσπερνώντας τον, βλέπω αυτό το πώς να κολυμπάει δειλά μες στο μπουκαλάκι του.
Πιο πέρα, η μεσήλικη καθαρίστρια με τα χοντρά γυαλιά πλένει με νερό την είσοδο της γωνιακής καφετέριας. Σε λίγο θα έρθουν εκεί διανοούμενοι να στοχαστούν πάνω από έναν διπλό εσπρέσσο. Αργότερα, η φοιτήτρια –σκαστή από το μάθημα- θα συναντήσει το αγόρι της και θα παίξουν χαδάκια και χαστουκάκια και πιο μετά ο πολυάσχολος δικηγοράκος θα χώσει ένα ακόμα ραντεβού του στα ακριανά καθίσματα για εκείνο το ακίνητο στα Βριλήσσια (Καλή αμοιβή και ο καφές κερασμένος. Μήπως να πάρω και τοστ;)
Στρίβω στη γωνία. Δεν είμαι μόνη. Ένα κόπρος με οσφραίνεται. Με συνοδεύει σε απόσταση ασφαλείας. Παρακαλώ κυρία μου. Μετά από σας. Μπροστά εγώ, πίσω και πλάγια αυτός. Παράταιρο ταίρι στο ημισκόταδο. Μπορεί να μύρισε ότι κάποτε είχα κι εγώ εγκαταλειφθεί. Η μυρωδιά αυτή είναι ίδια για όλα τα πλάσματα. Τα φέρνει κοντά. Μέχρι που το ένστικτο της επιβίωσης τον τράβηξε μακριά μου στον σκουπιδοτενεκέ του απέναντι δρόμου.
Ωραία τα κατάφερα ως την Χαριλάου Τρικούπη. Είναι το σημάδι μου. Το ορόσημό μου. Από κει και μετά ηρεμώ. Χαλαρώνω με την παρουσία κι άλλων συμβατικών –κανονικών, πώς να σας το πω;- ανθρώπων. Από κει ξεκινά η διαδρομή μου. Το βήμα δεν χάνει –προς Θεού!- το ρυθμό του. Ταχύ και ανοικτό. Ο στόχος είναι στόχος!
Η τελευταία άκρη της σάρκινης, φθαρτής μου ύπαρξης αγγίζει το πεζοδρόμιο. Ακουμπά τις σπασμένες πλάκες. Πηδά μηχανικά εκείνη τη γνώριμη, κούφια λακκούβα που μαζεύει νερά από κάτω –σκέτη παγίδα για το φρεσκοπλυμένο μου τζην. Γίνεται ένα με το κολλημένο καυσαέριο. Γίνεται ένα με τα ξεραμένα αίματα από δυο αλλοδαπά κορμιά που πάλευαν ένα βράδυ. Ένα με τον ιδρώτα αυτού του φαντάσματος που πασπάτευε το κρέας του να’ βρει μία –μία ρε!- φλέβα . Ένα με την τροφή κάποιου τετράποδου, που αφού την επεξεργάστηκε οργανικά, την εγκατέλειψε μόνη. (Στη φύση θα γινόταν χώμα. Εδώ είναι απλά «μερέντα».) Ένα με την αύρα της Κυρίας που κάθεται στο παγκάκι της στάσης και κάθε βράδυ αργά περιμένει εκείνον που θα πληρώσει λίγη συντροφιά, ένα με μια τρίχα από τα καστανά μαλλιά εκείνης που ανηφόριζε χέρι -χέρι με κείνον μόλις χθες βράδυ μετά από μια μακριά βόλτα. Οι φθαρτές μου πατούσες γίνονται ένα με μοναχικές, μοναδικές ιστορίες.
Είναι τότε που η άφθαρτη πυξίδα μου αποσυντονίζεται από το τώρα. Για πέντε μόνο λεπτά στις είκοσι τέσσερες ώρες της δικής μου ημέρας. (Καλά είναι γιατρέ μου; Το σίγουρο είναι ότι δεν μου αρκεί.) Το ταξίδι είναι προσωπικό, μυστικό, άρρητο. Το ταξίδι μου είναι ήρεμο. Πετά πάνω από τα υλικά της πόλης, πέρα από τα συστατικά της αστικής ύλης, έξω από τα δρομάκια της συνοικίας, μακριά από τα χαραγμένα πρόσωπα. Το ταξίδι είναι οι πόθοι, η αγάπη μου, τα μικρά ονειράκια μου που έρχονται κι αυτά να κάτσουν ευλαβικά πάνω σ’ αυτά τα πλακάκια, μαζί με των άλλων. Να κάνουν παρέα, ώσπου κάποιος άλλος βιαστικός διαβάτης να ακουμπήσει τις πατούσες του επάνω τους. Μην υποτιμάτε ποτέ έναν βιαστικό διαβάτη στην πόλη. Μπορεί να γίνεται ένα με τα δικά σας όνειρα, με τις δικές σας στιγμές. Όλα ακουμπισμένα χωρίς τάξη στο πεζοδρόμιο.
Και στο τέλος του πεζοδρομίου, η μεταλλική πόρτα. «Καλημέρα, παιδιά!» Το κουμπί του ασανσέρ. Τα βήματα στον άδειο διάδρομο. Και ο ξερός ήχος μιας κάρτας που χτυπά στο μηχάνημα. 7.03! Ο στόχος επιτεύχθηκε και σήμερα!
Γιώτα Κ.

