Δεν πρόκειται να ανακαλύψουμε εμείς αν και πόσο στρογγυλή είναι η γη. Όλα όσα υποστηρίζουμε έχουν ήδη εφαρμοστεί αλλού σε άλλα νησιά και άλλους δήμους (π.χ. Σίφνος) από ανθρώπους που, κατ’εξαίρεση, έμειναν σε επαφή με την κοινή λογική. Αυτούς που αντιστάθηκαν στην κατασπατάληση πόρων και δυνατοτήτων, στην υπερκατανάλωση χωρίς καμία παραγωγική έγνοια.
Ο λόγος είναι γα τις δυνατότητες που διαθέτουν η Κληρονομιά και η Παράδοση της Αίγινας για να αποτελέσουν μια γερή βάση της λεγόμενης αειφόρου ανάπτυξης, μπολιασμένες βεβαία με την σύγχρονη τεχνολογία, ας πούμε στα θέματα ενέργειας, νερού και σκουπιδιών όπως και βιοκαλλιέργειας.
Η αείμνηστη Γώγο Κουλικούρδη πέρασε την ζωή της αποθησαυρίζοντας ο τι ίχνος κληρονομιάς και παράδοσής έχει η Αίγινα σε ένα πολύτιμο σύνολο. Το περιοδικό Αιγιναία συντηρεί και ανανεώνει συστηματικά αυτή τη καταγραφή. Στον εκπαιδευτικό χώρο, ένας ταλαντούχος καθηγητής, ο Γ. Μπήτρος, έχει καταφέρει να κινητοποιήσει τους μαθητές του Λυκείου στην κατεύθυνση της καταγραφής και της διάσωσης των παραδοσιακών αγροτικών υποδομών (μύλους, αλώνια, σουβάλες). Μάλιστα, έγραψε και σκηνοθέτησε με μεγάλη επιτυχία ένα έργο θεατρικό με κεντρικό πρόσωπο τη Γριά που δίνει και κερδίζει την μάχη της για τη διάσωση του οικογενειακού αλωνιού που τα παιδιά της θέλουν να ξεπουλήσουν. Το έργο αυτό που ερμηνεύτηκε εντυπωσιακά από τους μαθητές, νομίζω ότι αξίζει το κόπο, λόγο της σημερινής συγκυρίας, να κάνει μια εθνική τουρνέ στη χώρα, μιας και 1,5 εκατομμύριο συμπατριώτες μας έχουν δηλώσει ότι σκέπτονται σοβαρά να επιστρέψουν στα χωρία τους. Η επιστροφή στο χωριό φαίνεται να είναι η μόνη λύση για δεκάδες ήδη χιλιάδες Έλληνες που σιγά σιγά γίνονται εκατοντάδες χιλιάδες.
Σε συνεργασία με τη Β. Τράπαλη είχαμε αποπειραθεί από το χειμώνα μια παρουσίαση γυναικών στην Αίγινα που ασχολούνται με πρωτογενή παραγωγή, από αγροτικές δουλειές ως αργαλειό. Παρουσιάσθηκε έτσι η περίπτωση της Ε. Κυπραίου, συμβολικής γυναικείας μορφής του νησιού που επέλεξε να αφιερώσει τη ζωή της στις αγροτικές δουλειές και ειδικά στην φιστικοπαραγωγή, οδηγώντας το τρακτέρ της σε καθημερινή βάση, και στη συνέχεια την κυρά Ρούσσα Σταύρου, την γερόντισσα που μέχρι σήμερα ψάχνει νέες κοπέλες να τους μάθει την τέχνη του υφαντού, τέχνη που έζησε την ίδια και τη φαμίλια της πάνω από μισό αιώνα τώρα, φροντίζοντας ταυτόχρονα τις κότες της και την κατσίκα της. Οι γυναίκες αυτές, όπως και κάποιοι παππούδες, χωρίς κανένας να δίνει ιδιαίτερο βάρος και σημασία σε αυτά που κάνουν, παράγουν λαχανικά, διαχειρίζονται κοτέτσια, και μικρά κοπάδια αρνιών και κατσικιών, παράγουν ελιές και λάδι, και όλ’ αυτά για την οικογενειακή κατανάλωση πέντε-δέκα ατόμων, κρατώντας ζωντανή ενάντια σε όλους τους εχθρούς της την μακρόχρονη παράδοση παραγωγής τροφίμων του νησιού, που το εμπόριο τροφίμων και ιδίως τα σουπερμάρκετ προσπαθούν να σκοτώσουν με κάθε τρόπο. Θυμίζουμε τους τρεις από τους τελευταίους παραγωγούς της Αίγινας που στριμώχνονται κάθε μέρα κοντά στην Παναγίτσα, διαφεντεύοντας την καλή ποιότητα της ντόπιας παραγωγής.
Η παράδοση της αυτάρκειας στα τρόφιμα σταμάτησε πρόσφατα στην Αίγινα, πριν μερικές δεκαετίες. Το νησί όμως διαθέτει ακόμη σε κατάσταση λειτουργίας, παρά τις φθορές του χρόνου, όλο το ίχνος της ανθρώπινης δραστηριότητας κατασκευής αγροτικών υποδομών (σκάλες, σουβάλες κλπ.).
Η κυβέρνηση και η ΕΕ έχουν απαγορεύσει τα σφαγεία στην Αίγινα, αλλά οι σουβάλες δίνουν εδώ και χιλιετίες ακόμα και σήμερα την δυνατότητα σε κάποιους Αιγινήτες να είναι, αποκλειστικά η μερικά, κτηνοτρόφοι. Στις σημερινές συνθήκες, πρόκειται για δραστηριότητα η οποία θα μπορούσε περίφημα να αποτελεί ένα είδος οίκο-μουσείου, μια ζωντανή δηλαδή μονάδα παραγωγής κρέατος και γαλακτομικών προϊόντων σε παραδοσιακή βάση.
Θέλουμε να πούμε με τα παραπάνω ότι η παράδοση είναι ζωντανή γύρω μας. Δεν χρειάζεται καν να την ξαναβρούμε, χρειάζεται να την αξιολογήσουμε εκ νέου προβάλλοντας στην πρώτη γραμμή την χρυσοχέρα νοικοκυρά, τον ακάματο παππού αγρότη, τον σωστό φιστικό-παραγωγό, τον βοσκό και τον καλό ψαρά σαν τα συμβολικά πρόσωπα, τις νέες αξίες που χρειαζόμαστε σήμερα, για να ξεφύγουμε από την ύπνωση του υπερκαταναλώτισμου που παραλύει τις δυνάμεις και την φαντασία των νεώτερων και τους κρατάει εγκλωβισμένους σε αυτά τα αόρατα κελιά. Ίσως τότε, η αιγινήτικη νεολαία θα πάψει να ονειρεύεται, όπως το κάνει σήμερα, μια ζωή στο Μπραχάμι η σε κάποιο άλλο αθηναϊκό προάστιο. Ίσως τότε, θα δούνε οι νέοι Αιγινήτες σε πιο παράδεισο βρίσκονται, και πόσο πρέπει να τον σεβαστούν και να τον αξιοποιήσουν, να καταλάβουν τους μεγαλύτερους, ακόμη και τους παρασκευάδες και τους ξένους που διάλεξαν την Αίγινα για να μείνουν, πραγματοποιώντας το δικό τους όνειρο ζωής.
Α. ΚΡΑΟΥΣ

