Μια από τις γοητευτικές σελίδες του παγκόσμιου θεάματος ήταν σίγουρα τα μπουλούκια. Άκμασαν ως φαινόμενο για 1 περίπου αιώνα, από τα μέσα του 19ου, ως τα μέσα του 20ου. Περιφερόμενα σχήματα που όργωναν την Ελλάδα από τη μια άκρη στην άλλη, ταξιδεύοντας Τρίτη θέση, μένοντας συχνά σε κάποια καμαρούλα –με τη σπιτονοικοκυρά να έχει δωρεάν εισιτήριο για την παράσταση σε αντάλλαγμα – κι έπαιζαν σε πλατείες, σχολεία, καφενεία, όπου βρίσκανε χώρο να τους φιλοξενήσει. Το περιορισμένο ρεπερτόριο (ενδεικτικά: Γκόλφω, Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας, Η Ωραία του Πέραν, Εσμέ η Τουρκοπούλα, Ο Κουρσάρος, Τιμή και Χρήμα, Η Κασσιανή,) απαρτιζόταν από σπαραξικάρδια μελοδράματα, πατριωτικά δράματα, μονόπρακτα και «νούτικες» κωμωδίες – κωμωδίες, δηλαδή, χωρίς κείμενο, όπου οι ηθοποιοί καλούνταν να αυτοσχεδιάσουν. Διαχρονικά, η μεγαλύτερη προσφορά τους είναι ότι έφεραν το θέατρο, ή τουλάχιστο κάποια μορφή θεάτρου, στα όρη και τα βουνά. Οι μπουλουξήδες ήταν ηθοποιοί με μεράκι και πολύ συχνά εισπράττανε σε είδος το αντίτιμο του εισιτηρίου – λάδι, ψωμί, αυγά. Δυο μεγάλες θεατρίνες, που πρόλαβαν να θητεύσουν στο δύσκολο αυτό σχολειό, θυμούνται:
ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΒΡΑΝΑ: Τα μπουλούκια εμφανίστηκαν στη ζωή μου όταν πείναγα, το 1942-μετά το θάνατό της μάνας μου. Πήγα στο Μεσολόγγι κι αφού οι συγγενείς μου με αντιμετώπισαν αδιάφορα, αναγκάστηκα να ακολουθήσω τα μπουλούκια για να εξασφαλίσω το φαγητό μου και να επιβιώσω….
ΚΑΛΗ ΚΑΛΟ: Αχ! αυτά τα υπέροχα μικρά θεατρικά εργαστήρια που λέγονται “μπουλούκια”. Όταν ακούς “μπουλούκι” έρχεται στο μυαλό σου η εικόνα ενός άτακτου πλήθους, χωρίς αρχές, χωρίς φραγμούς κ. λ. π. Μεγάλο λάθος όσον αφορά τα θεατρικά μπουλούκια, τα μικρά αυτά πανεπιστήμια της θεατρικής τέχνης …….
Μίμης Τραϊφόρος
Και παίρνουν τις βαλίτσες το φθινόπωρο
Και με πικρία μιαν εσπέρα ξεκινάνε …
Και στο σταθμό δεν βρίσκεται ένας γνώριμος
Κι ένα μαντήλι απ’ το λιμάνι δεν κουνάνε…
Και πάνε σ’ άλλες πιάτσες για να παίξουνε
Και ταξιδεύουν μες στα ξύλινα βαγόνια
Με τρίτη θέση πάντοτε εισιτήριο
Και μ’ αγωνία σιγοτρέμουν τα σαγόνια…

