FEATURED ΧΩΡΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Αναμνήσεις

Written by aeginalight

Μιλάμε συνέχεια για το παρόν και για το μέλλον.

Ο Χρόνος που ζούμε είναι στο τέλος του. Άσχημος χρόνος.

Μιλάμε συνέχεια για το παρόν και για το μέλλον.

Ο Χρόνος που ζούμε είναι στο τέλος του. Άσχημος χρόνος.

Ο χρόνος που έρχεται; Τι θα είναι; Ελπίζουμε λιγότερο άσχημος.

Αν θυμηθώ τα παλιά. Δακρύζω και χαμογελάω. Τότε που ήμουνα παιδί.

Τότε που λέγαμε τα κάλαντα μόνο για να τα πούμε. Ο κόσμος δεν είχε λεφτά. Αλλά δεν είχε χρέη. Οι άνθρωποι χαίρονταν με αυτά που είχαν. Τις παραμονές οι αυλές μοσχομύριζαν ασβέστη. Η μάνα, μας έστελνε στο φούρνο την προπαραμονή της μεγάλης γιορτής, των Χριστουγέννων η της πρωτοχρονιάς να πάρουμε αλεύρι. Το πρωί θα ζυμώναμε. Περίμενα με λαχτάρα να τη βοηθήσω. Να κοπανήσω στο γουδί τη μαστίχα και το γλυκάνισο, να καθαρίσω τα μύγδαλα, να πλύνω τα καρύδια , να είναι όλα καθαρά για να στολιστεί το χριστόψωμο και η βασιλόπιτα. Η μάνα με το μαντήλι στο κεφάλι ζύμωνε με δύναμη μέσα στη πήλινη λεκάνη το ζυμάρι για να γίνει το ψωμί αφράτο. Σκληρή δουλειά μα όμορφη. Γιομάτη αγάπη. Όλα τα έκανε για τα παιδιά της. Δεν ήταν και λίγα. Τέσσερεις κόρες και ένα γιο της είχε χαρίσει ο θεός. Αφού τέλειωνε το ζύμωμα έπλαθε τα ψωμιά και τα στόλιζε. Από πάνω, τους έριχνε σουσάμι και τα έβρεχε με λίγο κρόκο αβγού για να λάμπουν με το ψήσιμο. Ιεροτελεστία. Κατόπιν τα σκέπαζε με την κουβέρτα για να ζεσταθούν και να φουσκώσουν και ύστερα τα πηγαίναμε στο φούρνο. Αλλοίμονο αν δεν πετύχαινε το ψήσιμο. Ήταν ικανή, η κυρά Ντίνα, να ξαναζυμώσει. Όταν τα φέρναμε το μεσημέρι από το φούρνο τα κοίταζε καλά γιατί ήξερα πως θα τρώγαμε τις καρδίες στο δρόμο. Η παραμονή ήταν μεγάλη μέρα.

Αργότερα  ετοιμαζόμαστε για τα κάλαντα. Φωνές, φασαρία, μας μάλωνε όταν αργούσαμε. Κάποια φορά πήγαμε στη νονά της αδελφής μου και αργήσαμε. Εκείνη μας είχε δώσει ένα πιάτο με κουραμπιέδες και μελομακάρονα. Δεν δελεάστηκε και άρχισε να μας φωνάζει. Είχε βραδιάσει πια.  Όμως οι δουλειές δεν είχαν τελειώσει. Γρήγορα μας έστελνε στον μπάρμπα Τάσο, τον παπλωματά, που για να συμπληρώσει το μεροκάματο είχε ένα κασελάκι με χρώματα  και φρόντιζε με  τον καλύτερο τρόπο να κάνει καινούργια τα φαγωμένα από τη μπάλα παπούτσια μας.  Κατόπιν λούσιμο, πλύσιμο και όλα ήταν έτοιμα για τη μεγάλη μέρα.

Πρωί- πρωί  εγερτήριο. Έπρεπε να κοινωνήσουμε. Δεν είχε φέξει όταν φτάναμε στην εκκλησία που ήταν ολόφωτη και έδειχνε πολύ όμορφη και λίγο μυστηριακή, γιατί σκεφτόμαστε  τη Γέννηση, τους μάγους, το λαμπρό αστέρι.

Σαν τέλειωνε η εκκλησία γρήγορα σπίτι για παιχνίδι. Η μάνα στη κουζίνα και εμείς στο δρόμο. Κάποιο παιδί είχε πάρει δώρο μία μπάλα από τα δέματα που έστελναν εκείνη την εποχή  οι Αμερικάνοι και μας υποσχέθηκε να τη φέρει για να παίξουμε. Δεν έζησε όμως πολύ. Μετά από λίγο κλατάρισε και καταφύγαμε  στην πάνινη που φτιάχναμε με την κάλτσα της μαμάς και τη γεμίζαμε με κουρέλια. Αυτή ήταν αθάνατη.

Για την ημέρα της πρωτοχρονιάς εκτός από όλα όσα κάναμε τα Χριστούγεννα είχαμε το στέρνιασμα. Ο πατέρας μας, ο μπάρμπα- Γιάννης, μας έδινε το χαρτζιλίκι μας. Άλλη ιεροτελεστία. Και μετά άρχιζαν τα τυχερά παιχνίδια της εποχής. Το τσικάκι που στήναμε τα κέρματα στο χώμα και τα σημαδεύαμε και το στριφτό, η αλλιώς κορώνα- γράμματα. Κάποιοι πονηροί πήγαιναν στο σιδηρουργό και κόλλαγαν δύο νομίσματα με τέτοιο τρόπο που να δείχνουν πάντα κορώνα. Όταν οι άλλοι  καταλάβαιναν  ότι έχαναν με πονηριά   άρχιζαν οι   καυγάδες  και οι γκρίνιες . Έτσι οι πονηροί αναγκάζονταν να τους δώσουν πίσω τα λεφτά τους, γιατί πάνω από όλα υπήρχε η φιλία, το δέσιμο, η γειτονιά, η συμπαράσταση. Το πρώτο πιάτο της γιορτής για το φτωχό έβαζε η μάνα μου και τρέχαμε να το δώσουμε. Αλλά και στη βασιλόπιτα εκτός από το σπιτικό, της Παναγιάς και του Χριστού, ήταν και το κομμάτι του φτωχού που δινόταν με αληθινή αγάπη γιατί οι παλιοί είχαν φτώχεια μα η καρδιά τους ήτανε από χρυσάφι.

Καλή χρονιά και ευλογημένη

 

Φ.Α.

Η κυρά Ντίνα είναι μητέρα πέντε παιδιών. Τα μεγαλώνει με αγάπη , με πολλή φροντίδα αλλά και με μεγάλη αυστηρότητα σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής.

Βρισκόμαστε στο 1952. Τα παιδιά που έχουν μικρή διαφορά ηλικίας είναι τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι. Δύσκολη εποχή να μεγαλώνεις πέντε παιδιά.

Όμως ο μπάρμπα Γιάννης ο άντρας της , δούλευε πολλές ώρες και προσπαθούσε να μην τους λείψουν τα απαραίτητα.

About the author

aeginalight

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.