Αίγινα, 27 Ιανουαρίου του 2013
Στενάχωρα τα θέματα της καθημερινότητάς μας. Άλλος τρελαίνεται, άλλος αυτοκτονεί, οι πόλεις ερημώνονται, μ’ ένα πλέγμα βίας πάνω από τους δρόμους και τις στέγες τους, ο θυμός κι η ανασφάλεια σπάνε τα κοντέρ, ένοχοι, λίστες, θύματα, ένα κουβάρι και μισό. Δεν καταλάβαινα το λόγο, την εξήγηση, μέχρι σήμερα το απόγευμα. Όπου πετάγομαι στο λιμανάκι της Σουβάλας δίπλα στο σπίτι μου κάτι να ψωνίσω στο ανοιχτό μπακαλικάκι, καθότι Κυριακή, μια ερημιά κι εδώ, ένας αχρηστεμένος τσιμεντένιος οικισμός, με τον κόλπο γεμάτο ξύλινα σκαριά αγκυροβολημένα, που κι αύριο το πρωί θα γυρίσουν φορτωμένα φρέσκα ψάρια. Ομορφιά, ησυχία, πλούτος, μεροκάματα και νυχτοκάματα ατέλειωτα, γιατί τόση καταστροφή; Το ερώτημα ξανά αναπάντητο, μέχρι που μου λέει η μπακάλισσα πάνω σε μια άσχετη εντελώς κουβέντα μας όπως προσπαθώ να πιάσω ένα μπουκάλι που δε μπορούσα να φτάσω:
«Αχ, αδικοσκοτωμένο μου, κι αδικοσκεπαρνωμένο μου.»
«Από πού βγήκε;» τη ρωτάω.
«Δεν ξέρω, οι παλιοί το λέγανε, ότι ήταν ένας πατέρας, κι είδε το σκεπάρνι να πέφτει καταπάνω στο παιδί του, και δεν άπλωσε έτσι το χέρι να το πιάσει, παρά μουρμούραγε: Αχ, αδικοσκοτωμένο μου κι αδικοσκεπαρνωμένο μου.»
ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΤΡΑΠΑΛΗ

